Loading...
ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ

Οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο Εξακολουθούν να Είναι Αποικία

Παρά τις περί του αντιθέτου θέσεις κυβερνητικών και πολιτικών παραγόντων της Κύπρου, πληθαίνουν οι επίσημες δηλώσεις Βρετανών αξιωματούχων, με τις οποίες γίνεται σαφής παραδοχή ότι οι εδαφικές περιοχές των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο εξακολουθούν να έχουν το νομικό και πραγματικό καθεστώς αποικίας. Παραθέτω τις πιο πρόσφατες από τις σαφείς παραδοχές των Βρετανών:

  1. Στην ενδιάμεση απόφασή του στην ποινική υπόθεση του δικηγόρου Χαράλαμπου Σιαμπέτα (αρ. DKL 1637/95), ο Βρετανός δικαστής F G R Ward τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι «η κυριαρχία των περιοχών των βάσεων δεν πηγάζει από παραχώρηση (των εδαφών) από την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά από την κυριαρχία που το Ηνωμένο Βασίλειο είχε πάνω σε ολόκληρο το νησί πριν την ανεξαρτησία το 1960. Δεν είναι έργο αυτού του δικαστηρίου να κρίνει τα καλά ή κακά της αποικιοκρατίας».
  2. Σε τηλεπτική εκπομπή του βρετανικού καναλιού Channel 4, με την οποία εγείρετο το θέμα της αρνητικής στάσης των Κυπρίων στη συνεχιζόμενη παρουσία των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο και που μεταδόθηκε περί το τέλος του Μάρτη με αρχές του Απρίλη, ο εκπρόσωπος τύπου των βάσεων, Anthony Worner, είπε επί λέξη τα ακόλουθα για τις εδαφικές περιοχές των βάσεων: «They are british sovereign territory retained as such in 1960, when the Republic of Cyprus became independent and the status remains the same. So, this is not a foreign country, this is Britain as far as we are concerned». (Αποτελούν κυρίαρχη βρετανική επικράτεια, που παρέμεινε ως τέτοια το 1960, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε ανεξάρτητη και το καθεστώς παραμένει το ίδιο. Έτσι, όσον αφορά εμάς, αυτές (οι βάσεις) δεν είναι ξένη χώρα, είναι Βρετανία).
  3. Στην ενδιάμεση απόφασή του στην ποινική υπόθεση του Κώστα Χαραλάμπους (αρ. 81/95) που δόθηκε χθες, 22.4.1996, ο Βρετανός δικαστής F G R Ward τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι «οι περιοχές αυτές (των βάσεων) παρέμειναν κάτω από τη συνεχή κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου και είναι αυτή την επιφυλαχθείσα κυριαρχία που η Κυπριακή Δημοκρατία είχε αναλάβει να σέβεται, στο πρώτο μέρος του άρθρου ΙΙΙ της Συνθήκης Συμμαχίας».

            Η επίσημη αυτή και κατηγορηματική νομική, πολιτική και πραγματική θέση της Βρετανίας δημιουργεί πολύ σοβαρό πολιτικό, νομικό και ηθικό πρόβλημα. Η κυπριακή πολιτεία έχει υποχρέωση και καθήκον να πάρει επειγόντως τα προσφερόμενα πρακτικά μέτρα, για περιφρούρηση και υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, της κρατικής της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών της.

Για επίτευξη του ιερού αυτού σκοπού, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει στη διάθεσή της σειρά ολόκληρη διεθνών συμφωνιών, συμβάσεων και άλλων προνοιών του διεθνούς δικαίου. Το διεθνές δίκαιο είναι τόσο λεπτομερειακό και αυστηρό στον τομέα αυτό, που είναι αδιανόητη και ολότελα απαράδεκτη πιθανή παραγνώρισή του από μια χώρα που σέβεται τον εαυτό και τους πολίτες της. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να εξετάσει επειγόντως το όλο θέμα, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων –

(i) τις παραγράφους (1) και (2) του Παραρτήματος «Ο» της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης,

(ιι) το ψήφισμα 1514 (XV) των Ηνωμένων Εθνών της 14ης του Δεκέμβρη του 1960, με τίτλο «Διακήρυξη για την Παραχώρηση Ανεξαρτησίας σε Χώρες και Λαούς Κάτω από Αποικιακό Καθεστώς»,

(iii) το άρθρο (1) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το άρθρο (1) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τα οποία έχουν επικυρωθεί και έχουν τεθεί σε ισχύ, τόσο από την Κυπριακή Δημοκρατία (23 Μαρτίου 1976 και για τα δυο) όσο και από το Ηνωμένο Βασίλειο (20 Αυγούστου 1976 και 20 Μάη 1976 αντίστοιχα),

(iv) το ψήφισμα 2621(XXV) της 12ης Οκτωβρίου 1970 με τίτλο, «Πρόγραμμα Δράσης για την Πλήρη Εφαρμογή της Διακήρυξης για την Παραχώρηση Ανεξαρτησίας σε Χώρες και Λαούς Κάτω από Αποικιακό Καθεστώς» στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ πολλών άλλων, ότι «η συνέχιση της αποικιοκρατίας σε οποιαδήποτε μορφή ή έκφρασή της αποτελεί έγκλημα, το οποίο συνιστά παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών … και των αρχών του διεθνούς δικαίου».

(v) το ψήφισμα 3103 (XXVIII) της 12ης Δεκεμβρίου 1973, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι «ο αγώνας των λαών που βρίσκονται κάτω από αποικιακό καθεστώς ή ξένη κυριαρχία …. για εφαρμογή του δικαιώματός τους για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία είναι νόμιμος και σύμφωνος με τις αρχές του διεθνούς δικαίου».

(vi) τις δύο αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου (I.C.J. Reports, 1971 p.16 and  1975 p.12) στις οποίες τονίζεται ότι το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών 1514 (XV), «Διακήρυξη για την Παραχώρηση Ανεξαρτησίας σε Χώρες και Λαούς Κάτω από Αποικιακό Καθεστώς», αγκαλιάζει όλους τους λαούς και τα εδάφη, τα οποία «δεν έχουν ακόμα αποκτήσει την ανεξαρτησία τους» (have not yet attained independence).

Δεν είναι δυνατό να συνεχίσει η κυπριακή πολιτεία να ανέχεται την ύπαρξη θεσμών και σωμάτων μέσα στις βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, των οποίων η λειτουργία αντίκειται σε διατάξεις του διεθνούς δικαίου και παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των Κυπρίων (όπως π.χ. η ύπαρξη και λειτουργία «αστυνομίας», «δικαστηρίων» και η «έκδοση νομοθεσίας», με τα οποία επιδιώκεται η ρύθμιση των σχέσεων και της συμπεριφοράς Κυπρίων πολιτών). Δεν έχει δικαίωμα η κυπριακή πολιτεία να συνεχίσει να ανέχεται την ύπαρξη αποικιών στα εδάφη της, όταν η παγκόσμια κοινωνία έχει χαρακτηρίσει την αποικιοκρατία ως «διεθνές έγκλημα». Τώρα δεν υπάρχει πια καμμιά αμφιβολία για την ερμηνεία που οι Βρετανοί δίνουν επίσημα στην υπόσταση των στρατιωτικών τους βάσεων στην Κύπρο και σίγουρα είναι απαράδεκτο να είναι οι Κύπριοι ηγέτες «βασιλικότεροι του βασιλέως» και να επιμένουν σε νεφελώδεις ερμηνείες, στηριγμένες στην ανεξήγητη προσπάθειά τους να μην ενοχλήσουν τους Βρετανούς.

Έχοντας πολύ καλά υπόψη τις επιταγές του διεθνούς δικαίου η βρετανική κυβέρνηση, απαντώντας σε σχετικές παρατηρήσεις μελών της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, έδωσε τις ακόλουθες εξηγήσεις αναφορικά με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των «εξαρτημένων» από τη Βρετανία περιοχών: «Κατά το 1987, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επανεξέτασε την πολιτική της έναντι των εξαρτημένων εδαφών της Καραϊβικής και των Βερμούδων και έχει αποφασίσει να μη επιχειρήσει να επηρεάσει την άποψη για ανεξαρτησία στις περιοχές αυτές, αλλά να παραμείνει έτοιμη να ανταποκριθεί θετικά όταν ο λαός των περιοχών εκφράσει την επιθυμία του για ανεξαρτησία. Η θέση αυτή ανακοινώθηκε στο Κοινοβούλιο στις 16 Δεκεμβρίου 1987». Η θέση αναφέρθηκε ενώπιον της Επιτροπής κατά την εξέταση της τρίτης περιοδικής έκθεσης της Βρετανίας και περιέχεται στα επίσημα πρακτικά της Επιτροπής για το 1990 – 1991 (CCPR/10, σελ. 184 – Παρ. 6).

            Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ουδέποτε η Βρετανία υπέβαλε έκθεση αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις εδαφικές περιοχές των στρατιωτικών της βάσεων στην Κύπρο και έτσι ποτέ δεν έχει δοθεί η ευκαιρία στα μέλη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών να κάμουν τις παρατηρήσεις τους. Έτσι, δε γνωρίζουμε αν ισχύει και για την περίπτωση των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο η πιο πάνω δήλωση που έγινε στο βρετανικό κοινοβούλιο, στις 16.12.1987. Μήπως το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι σε θέση να δώσει σαφείς και πειστικές απαντήσεις, για τους λόγους που επέβαλαν για τριανταέξη χρόνια και επιβάλλουν ακόμα την ανοχή της κυπριακής πολιτείας στις σοβαρές αυθαιρεσίες των Βρετανών σε ζητήματα ζωτικής σημασίας, όπως είναι η διασφάλιση της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών των Κυπρίων;

23 Απριλίου 1996

Στέλιος Θεοδούλου

Νομικός, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου

για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *