Loading...
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΛΥΣΗΣ

Δεδομένη ή ζητούμενη η πολιτική μας δεξιότητα;

Δεν είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς στη διαπίστωση πως, ενώ οι διεκδικήσεις της Τουρκικής πλευράς παρουσιάζουν κατά τις δεκαετίες της ύπαρξης του κυπριακού, σαφώς “αυξητική” πορεία, οι θέσεις της Ελληνοκυπριακής πλευράς σημειώνουν στα- θερή “κατολίσθηση”. Απλή ανάγνωση των διαφόρων εγγράφων που περιέχουν τις θέσεις των δυο πλευρών οδηγεί στο αβίαστο αυτό συμπέρασμα, όσο κι αν μερικοί πολιτικοί μας προσπάθησαν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Εικοσιένα χρόνια μετά την προδοσία και το διεθνές έγκλημα κατά της Κύπρου αναζητούμε ακόμα τρόπους και μεθόδους αντίδρασης και ενέργειας, καθώς βουλιάζου- με όλο και πιο πολύ στην άβυσσο της τραγικής μας αυτοπαγίδευσης. Κατανέμουμε αφειδώς ευθύνες σε ανατολή, δύση, βορρά και νότο, αναζητούμε αίτια, αιτιατά και διασυνδέσεις, αλλά δεν τολμούμε να ρίξουμε μια έστω ματιά στα “καθ’ ημάς”. Γνωρίζουμε υποσυνείδητα πως η ενδοσκόπηση θα δείξει τη δραματική ανεπάρκεια της περιστασιακής μας πολιτικής, που άγεται και φέρεται από τις απόψεις και “συμβουλές” των τρίτων.

Η ύποπτου σχεδιασμού, και ιδιοτελούς θεμελίωσης καθοδήγηση των ενεργειών μας από αυτούς που αποδεδειγμένα σχεδίασαν και έθεσαν σε εφαρμογή την παράδοση των Κυπριακών εδαφών στην Τουρκία φαίνεται να είναι όχι απλά αποδεκτή, αλλά επιζητούμενη εναγωνίως. Στα εικοσιένα χρόνια της Τουρκικής επιδρομής ενάντια στην Κυπριακή Δημοκρατία ελάχιστες υπήρξαν οι στιγμές που ασκήθηκε (ή έστω, φάνηκε ότι ασκήθηκε) δική μας πολιτική, θεμελιωμένη στην αξιοπρέπεια και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του Κυπριακού κράτους και λαού, βασισμένη στην ιδιοσυγκρασία της δικής μας ιστορικής φυσιογνωμίας.

Θλιβεροί παθητικοί οπαδοί της “λογικής”, που μας πουλούν απλόχερα λογικοί και παράλογοι αυτόκλητοι “ειδήμονες” και ίσως κουρασμένοι από τη μικροκομματική βάση της πολιτικής μας ζωής, στρέψαμε το ενδιαφέρον και τη ψυχή και τον αγώνα μας προς το εύκολο κέρδος, τον πλούτο, την καλοπέραση, την “αναρίχηση” (νόμιμη και παράνομη) και αποστρέψαμε το βλέμα από τον Πενταδάκτυλο. Δεχτήκαμε χωρίς προβληματισμό, πως όποιος συνεχίζει σήμερα να μιλά για αγώνα με στόχο την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του λαού μας (και να το εννοεί) είναι “εθνικιστής” και πρέπει να απομονωθεί, αφού υπάρχει φόβος μήπως χαλάσει την εκάστοτε “αναμε- νόμενη νέα πρωτοβουλία” για εξεύρεση “κοινής βάσης” για επίλυση του κυπριακού.

Με την αλλοπρόσαλλη πολιτική και την ερμαφρόδιτη στρατηγική μας καταφέραμε από πολύ νωρίς να πείσουμε φίλους και εχθρούς, πως το κυπριακό είναι μια απλή διακοινοτική διαμάχη, η οποία μπορεί να λυθεί όταν συμφωνηθεί από τα “δυο μέρη” ένα νέο σύνταγμα, βασισμένο στην πολιτική ισότητα των “δυο κοινοτήτων” και την ομοσπονδιακή πολιτειακή δομή. Αφού “λύσαμε” τα σημαντικά ζητήματα αρχής, προχωρήσαμε στις “λεπτομέρειες”(!), που αφορούν την περίληψη ή μη του Α ή Β χωριού στην Ελληνοκυπριακή ή την Τουρκοκυπριακή περιοχή, καθώς και την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη την Κύπρο, τον κερματισμό ή μη της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους κλπ.

Με την πολιτική αυτή, που έχουμε ακολουθήσει με παραδειγματική συνέπεια, η Τουρκία έχει απαλλαγεί εντελώς από τις υπαρκτές σοβαρές ευθύνες της, για κατά- φωρη παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένων και πολύ ειδικών διατάξεων για πολύ συγκεκριμένα εγκλήματα. Έτσι, ενώ το 1974 η Τουρκία ένοιωθε την ανάγκη να “δικαιολογήσει” την επιδρομή της στην Κύπρο, αποδίδοντάς την στη νομική υποχρέωση για “αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης” που είχε διασαλεφθεί με το πραξικόπημα, το 1995 εμφανίζεται ως η “σώφρων” τρίτη χώρα, που λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με την Κύπρο, “καταβάλλει προσπάθειες να πείσει τον κ. Ντενκτάς να συμβάλει θετικά για επανέναρξη του διαλόγου”. Το αποτέλεσμα αυτό είναι δυστυχώς δικό μας “επίτευγμα” από την αρχή μέχρι το τέλος και θα πρέπει να έχουμε τουλάχιστον το θάρρος να αναλάβουμε τις πολλές ευθύνες μας, για τα πάρα πολλά σφάλματά μας. Μόνον έτσι θα μπορούσε (αν υπάρχει ακόμα δυνατότητα) να υπάρξει αναστροφή της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί με βεβαιότητα στην οριστική διάλυση του Κυπριακού κράτους.

Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει και όσα χρόνια κι αν περάσουν, μια είναι η βάση του κυπριακού: Η Τουρκία έχει διαπράξει επιδρομή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας ρητές διατάξεις του διεθνούς δικαίου. Η επιδρομή της Τουρκίας συνιστά απειλή κατά της ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή και υπάγεται στο μέρος VII του Χάρτη του διεθνούς οργανισμού. Η λύση του προβλήματος δεν βρίσκεται ούτε στην εφαρμογή ομοσπονδιακού πολιτεύματος, ούτε στα ποσοστά εδάφους που θα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο κάθε ομόσπονδης πολιτείας, ούτε στις όποιες άλλες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να περιέχονται στο μελλοντικό σύνταγμα του Κυπριακού κράτους. Η λύση βρίσκεται στην εφαρμογή ρητών διατάξεων του διεθνούς δικαίου, που θα είχε κάποιες πιθανότητες επιτυχίας αν η σχετική διαδικασία διεκδίκησής τους άρχιζε κάποτε και ακολουθείτο με συνέπεια και συνέχεια.

Θα πρέπει να είναι φανερό ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί ένας “διάλογος”, που είναι στην πραγματικότητα μονόλογος της δικής μας πλευράς, η οποία έχει χρησιμοποιήσει τους διάφορους “γύρους” συνομιλιών για να περιγράψει με όση σαφήνεια ήταν δυνατή, την έκταση των παραχωρήσεων της (μερικοί τις αποκαλούν υποχωρήσεις), χωρίς να παίρνει το παραμικρό έστω αντάλλαγμα. Ούτε και μπορεί να υπάρξει καρποφόρος αγώνας, αν  δεν θεραπευθεί η εκάστοτε ηγεσία μας από το “σύνδρομο παντογνωσίας”, που ως ανίατη ασθένεια οδηγεί στην απόρριψη και της ιδέας ακόμα για προβληματισμό πάνω σε απόψεις, όταν αυτές δεν προέρχονται από τους εκάστοτε κυβερνώντες ή, το πολύ, τους εμμίσθως σκεπτόμενους.

Τα περιθώρια έχουν πια στενέψει επικίνδυνα. Οι ισχυροί φαίνεται να έχουν βρει τον τρόπο που θα μας επιβάλουν στην κατάλληλη στιγμή τη δική τους λύση, που σίγουρα δεν θα βρίσκει αντίθετα τα Τουρκικά συμφέροντα. Οι “εντός των τειχών” “σώφρονες” πληθαίνουν και η φωνή τους γίνεται όλο και πιο έντονη, υπενθυμίζοντας το μικρό μας μέγεθος σε σχέση με την Τουρκία και την αδυναμία μας να τα βάλουμε με το πανίσχυρο Τουρκικό κράτος. Κι όμως, συνεχίζουν να διδάσκουν σε όλα τα σχολεία όλου του κόσμου πως η κοινωνία μας στηρίζεται στο δίκαιο και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, ενώ καταδικάζει κάθε μορφή βίας. Μήπως πρέπει με ήθος, συνέπεια, σοβαρότητα και επιμονή να επιδιώξουμε επαλήθευση των αρχών αυτών;

 

 

 

 

Στέλιος Θεοδούλου

Ιούλης 1995

 

Leave a Reply