Loading...
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΛΥΣΗΣ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΔΑΔ ΚΑΙ Η ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Ε. Σχόλια από διάφορες κατευθύνσεις αποδίδουν στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεγάλη σημασία. Ποια είναι η δική σας γνώμη;

Α. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας, η οποία συμπληρώνει την απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου, είναι πράγματι σημαντική. Το μέγαθος όμως της αξίας της εξαρτάται άμεσα και απόλυτα από τη σωστή αξιοποίησή της, μετά από σοβαρή μελέτη και με σωστή εκτίμηση των προσφερόμενων δυνατοτήτων. Εμπεριέχει σοβαρά νομικά, αλλά και πολιτικά στοιχεία, τα οποία μπορούν, με κατάλληλους χειρισμούς, να αξιοποιηθούν, τόσο προς την κατεύθυνση επίτευξης της εφαρμογής της απόφασης, όσο και προς την κατεύθυνση θωράκισης της Κύπρου στη διαδικασία αναζήτησης δίκαιης λύσης στο κυπριακό.

Υπογραμίζεται ότι η απόφαση προέρχεται από ένα καθιερωμένο θεσμικό Ευρωπαϊκό δικαστικό όργανο και είναι δεσμευτική όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για όλες τις χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δεδομένου ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, υποστηρίζω ότι τα ευρήματα της απόφασης συνιστούν μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Κατά συνέπεια, οι χώρες της Ευρώπης είναι υποχρεωμένες να εφαρμόζουν στην πράξη και, φυσικά, να αποδέχονται τη νομική και πραγματική ερμηνεία των δεδομένων που διαμορφώνονται με βάση την απόφαση. Αυτή όμως η ερμηνεία βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση προς τις θέσεις και διεκδικήσεις της Τουρκίας στην Κύπρο και, κατά συνέπεια, οι διεκδικήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από τις Ευρωπαϊκές χώρες, αν η κυπριακή πολιτεία ενεργήσει σωστά.

Ε. Μπορείτε να γίνετε πιο σαφής;

Α. Με την απόφαση, πέραν από τη σημαντικότατη επιβεβαίωση της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία στην Κύπρο, έχουν παράλληλα υιοθετηθεί και αποφασιστεί κανόνες διεθνούς δικαίου οι οποίοι, δεδομένης της αξίας του δικαστικού οργάνου και της έκτασης εφαρμογής της απόφασης, μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), με οικουμενική εφαρμογή.

Για παράδειγμα, έχουμε δικαστική αναγνώριση της τουρκικής κατοχής. Όπως είναι γνωστό, η κατοχή εδαφών άλλης χώρας συνιστά από μόνη της επιδρομή (aggression), η οποία αποτελεί κατά το διεθνές δίκαιο, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η διαπίστωση επιδρομικής ενέργειας (act of aggression) μπορεί να ενεργοποιήσει το Μέρος VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, για επιβολή κυρώσεων κατά της χώρας που διαπράττει την επιδρομή. Παράλληλα, μπορεί να συσταθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας «ειδικό» (ad hoc) διεθνές ποινικό δικαστήριο (κατά το πρότυπο του Διεθνούς Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Ρουάντα κ.ά.), για την εκδίκαση των πράξεων που συνιστούν επιδρομή. Πρόσθετα, μπορεί να διεκδικηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το «πάγωμα» της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας και οποιασδήποτε σχέσης της με τη χώρα αυτή, μέχρι τον από μέρους της τερματισμό της επιδρομής κατά της Κύπρου.

Σε πολιτικό επίπεδο, μπορεί βέβαια να θεωρείται δεδομένη η άρνηση ισχυρών χωρών, κυρίως των ΗΠΑ και της Βρετανίας, να προχωρήσουν σε μέτρα κατά της Τουρκίας. Σχετικό όμως αίτημα της Κύπρου, μετά από κατάλληλη προετοιμασία, θα είχε τη δική του πολιτική σημασία και δυναμική, κυρίως για διαμόρφωση των αναμενόμενων προτάσεων ή «ιδεών» για λύση του κυπριακού μέσα σε πλαίσια αποδεκτά από το διεθνές δίκαιο.

Ε. Υπάρχουν μήπως και άλλα δικαστικά ευρήματα που μπορούν να βοηθήσουν στον αγώνα της Κύπρου για δικαίωση;

Α. Βεβαιότατα! Στην απόφαση εντοπίζεται ρητή δικαστική επιβεβαίωση της ανυπαρξίας οποιουδήποτε μορφώματος στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου με οποιασδήποτε μορφής κρατική υπόσταση ή εξουσία. Απόλυτα υπεύθυνη για πράξεις, παραλείψεις και αποφάσεις στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου είναι, σύμφωνα με την απόφαση, η Τουρκία. Κατά συνέπεια, είναι λανθασμένη η αντίληψη περί ύπαρξης «καθεστώτος Ντενκτάς» ή «ψευδοκράτους». Λανθασμένη είναι ακόμα οποιαδήποτε αποδοχή ύπαρξης θεσμικών κρατικών τουρκοκυπριακών οργάνων ή διαδικασιών στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου όπως, για παράδειγμα, «Βουλής», «Υπουργών», «Προέδρου», «εκλογών», κτλ.

Θεωρώ αναγκαίο να τονίσω ότι, με βάση το νομικοπολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται με την απόφαση, είναι λανθασμένη και η συνηθισμένη από πολιτικούς και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αναφορά σε «ψευδοκράτος», «ψευδουπουργούς», «ψευδοεκλογές» κτλ. Τέτοιες αναφορές υπονοούν αποδοχή της ύπαρξης του θεσμικού οργάνου ή της διαδικασίας, έστω κι αν αποδίδεται σ’αυτό «ψευδής» υπόσταση, όρος ο οποίος πολιτικά μπορεί να είναι αποδεκτός ή μη αποδεκτός από τους τρίτους.

Σημειώνω επίσης τη δικαστική επιβεβαίωση του νομικοπολιτικής σημασίας γεγονότος, ότι η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να εκτείνεται σε ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου, περιλαμβανομένων και των κατεχομένων περιοχών. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα αναφορικά με την πορεία για ένταξη ολόκληρης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα όμως, παρέχει ασφαλές και έγκυρο υπόβαθρο για τη δημιουργία και διατήρηση ισχυρών αντιστάσεων έναντι οποιωνδήποτε προτάσεων, «ιδεών» ή «άτυπων εγγράφων», με τα οποία επιχειρείται να παγειωθεί η αντίληψη ότι οι κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου συνιστούν μια de facto αυτοδιοικούμενη οντότητα, με χαρακτηριστικά άσκησης κρατικής εξουσίας και ότι αυτό αποτελεί την αφετηρία για διαμόρφωση της λύσης στο κυπριακό ζήτημα.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι εξάλλου η ρητή αποδοχή της διατήρησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που ίσχυε αμέσως πριν την Τουρκική επιδρομή, παρά την προσπάθεια της Τουρκίας να «διανέμει» σε Τουρκοκύπριους και παράνομους Τούρκους έποικους τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων. Στην απόφαση υπάρχει ρητή δικαστική επιβεβαίωση του δικαιώματος των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων στην ειρηνική απόλαυση της κατοικίας και περιουσίας τους στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και, φυσικά, της ελεύθερης πρόσβασης σ’ αυτή. Η επαναβεβαίωση της απόφασης στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου, αλλά και η γενίκευση του ευρήματος του Δικαστηρίου σε όλους τους Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους καθιστά παράνομη κάθε επέμβαση στις κατοικίες και τις περιουσίες τους, αποδίδοντας την παρανομία αυτή στην Τουρκία, ως κατέχουσα δύναμη. Αυτό δημιουργεί ένα σαφές νομικό και πολιτικό υπόβαθρο με βάση το οποίο δεν είναι δυνατή, χωρίς τη ρητή αποδοχή των ιδιοκτητών, οποιαδήποτε «διευθέτηση», σύμφωνα με την οποία οι νόμιμοι ιδιοκτήτες περιουσιών στα κατεχόμενα Κυπριακά εδάφη θα στερηθούν τις περιουσίες τους.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης, εγκατάστασης και απόλαυσης ή απόκτησης περιουσίας σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αφορά μόνο στην επιστροφή των εκτοπισμένων, αλλά καλύπτει κάθε Κύπριο πολίτη. Κατά συνέπεια, η πλασματική δημιουργία γεωγραφικών ζωνών, στις οποίες οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι αντίστοιχα ΠΡΕΠΕΙ να αποτελούν πλειοψηφία, παραβιάζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και είναι αντίθετη με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, πέρα βέβαια από το γεγονός ότι παραβιάζει θεμελιώδεις οικουμενικές αρχές προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Ε. Πώς, λοιπόν, μπορεί να αξιοποιηθεί ορθά η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου;

Α. Έχω την άποψη πως η Κυπριακή Πολιτεία, στηριγμένη στο αποτέλεσμα πολύ σοβαρής, πολυεπίπεδης και πολυδιάστατης μελέτης που θα πρέπει να ανατεθεί σε ομάδα ειδικών, θα πρέπει να κινηθεί σε τρία παράλληλα επίπεδα:

  1. Συμβούλιο της Ευρώπης. Είναι σημαντικό να υπάρξει μια συστηματική, προγραμματισμένη και καλά προπαρασκευασμένη πολιτική «πρόκλησης» προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, με στόχο να χαραχτούν και διατηρηθούν σε συνεχή εξέλιξη διαδικασίες για εφαρμογή της απόφασης από πλευράς της Τουρκίας. Σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, άμεσα ή έμμεσα, η θέση της Τουρκίας, ότι τα θέματα αυτά θα λυθούν μέσα στα πλαίσια της τελικής λύσης του κυπριακού.
  2. Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πλαίσιο νομικοπολιτικών αρχών που έχει χαραχτεί με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρέπει να προβάλλεται, τόσο για προώθηση και περιφρούρηση της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, όσο και για τη διαμόρφωση πολιτικής θέσης, ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας τελεί υπό την αίρεση της συμμόρφωσής της προς τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ευρώπης και ιδιαίτερα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στον τομέα αυτό η Κύπρος μπορεί να είναι ιδιαίτερα διεκδικητική, αφού τα ίδια τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θέσει με σαφήνεια τα κριτήρια που οφείλει να πληρεί μια χώρα, για να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Χρειάζεται, λοιπόν, συνεχής διπλωματική παρέμβαση προς τα αρμόδια Ευρωπαϊκά όργανα, για να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει «χαλάρωση» των κριτηρίων στην περίπτωση της Τουρκίας, έστω και αν τη «χαλάρωση» αυτή επιθυμούν και προωθούν με διάφορες πολιτικές παρεμβάσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και όχι μόνο.

  1. Ηνωμένα Έθνη. Η αξιοποίηση της απόφασης στο χώρο των Ηνωμένων Εθνών χρειάζεται πολλή μελέτη, προετοιμασία και διπλωματική δραστηριότητα.

Πιο σημαντική, κρίσιμη θα έλεγα, είναι η αξιοποίηση των ευρημάτων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στη διαδικασία των «συνομιλιών» για εξεύρεση λύσης. Είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητο να επιδοθεί στη Γενική Γραμματεία ένα έγγραφο στο οποίο θα περιέχονται κωδικοποιημένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη «πτυχή» του κυπριακού ζητήματος στην οποία αναφέρονται ή την οποία επηρεάζουν. Θα πρέπει να καταστεί σαφές στο διεθνή οργανισμό, μετά από σχετική (κατ’ ελπίδα, ομόφωνη) απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η Κύπρος δεν είναι διατεθειμένη, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και υπό οποιεσδήποτε πιέσεις, να αποδεκτεί ο,τιδήποτε λιγότερο από αυτό που περιέχεται στην απόφαση.

Ταυτόχρονα, ομάδα ειδικών θα πρέπει να επεξεργαστεί όλα τα έγγραφα που έχουν μέχρι σήμερα ετοιμαστεί από τα Ηνωμένα Έθνη ή την κυπριακή κυβέρνηση στα πλαίσια των συνομιλιών, με στόχο την απάλειψη ή τροποποίηση προτάσεων και όρων που δεν συνάδουν με το γράμμα και το πνεύμα της απόφασης.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι τα ευρύματα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν συνιστούν πρωτογενή πηγή δικαίου, αλλά υιοθετούν, ερμηνεύουν και εφαρμόζουν κανόνες του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, οι οποίοι έχουν οικουμενική δεσμευτικότητα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει αρνητική αντίδραση, ακόμα δε περισότερο δεν μπορεί να αποδοθεί αδιαλλαξία στην πλευρά της Κύπρου, όταν διεκδικεί τα αυτονόητα.

Πέρα από την αξιοποίηση της απόφασης στα πλαίσια των συνομιλιών, θα πρέπει να προβληθούν τα διάφορα ευρήματα του Δικαστηρίου και ενώπιον των διαφόρων ειδικών Επιτροπών και άλλων σωμάτων του διεθνούς οργανισμού. Η συνεχής και εμπεριστατωμένη αυτή προβολή θα δημιουργήσει μια δυναμική στον ευρύτερο χώρο των Ηνωμένων Εθνών, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει υπόβαθρο για τυχόν προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή τη Γενική Συνέλευση, ενώ θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως αμυντικό πολιτικό όπλο σε περίπτωση που θα εκδηλωνόταν πίεση για επιβολή απαράδεκτης λύσης.

Ε. Φαίνεται, λοιπόν, πως η απόφαση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στην προσπάθεια για ορθή επίλυση του κυπριακού ζητήματος.

Α. Ακριβώς όπως το έχετε θέσει! Μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα! Υπογραμμίζω το «μπορεί», γιατί η σημασία και η θετική της επίδραση εξαρτώνται, όπως έχω προαναφέρει, άμεσα και απόλυτα, από τον τρόπο που η κυπριακή πολιτεία θα την αξιοποιήσει. Μπορεί τα αποτελέσματά της να κυμανθούν από το 0%, αν παραμείνει κείμενο για εσωτερικές συζητήσεις και διαλέξεις, μέχρι και το 100%, αν υπάρξει μια σοβαρή, υπεύθυνη, προγραμματισμένη αξιοποίηση, θεμελιωμένη στη μελέτη και τις παραμέτρους μιας τεκμηριωμένης διεκδικητικής πολιτικής.

Ε. Τι γίνεται όμως με την εφαρμογή της απόφασης από μέρους της Τουρκίας; Ποια είναι η εκτίμησή σας;

Α. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος αναφορικά με αυτή καθαυτή την εφαρμογή της απόφασης από μέρους της Τουρκίας. Είναι πέραν από σαφές ότι, εφαρμογή της απόφασης θα σημαίνει και αυτόματο τερματισμό της τουρκικής κατοχής των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί ο σεβασμός του δικαιώματος ελεύθερης διακίνησης, του δικαιώματος απόλαυσης και ελεύθερης διαχείρισης ιδιοκτησίας, με το καθεστώς κατοχής των κυπριακών εδαφών από την Τουρκία. Πιο σημαντικό όμως είναι το πολιτικό σκέλος του ζητήματος. Πώς θα μπορούσε  η Τουρκία και ο διεθνής παράγοντας να επιμένουν σε λύση που να διαχωρίζει την κυπριακή επικράτεια σε «ελληνοκυπριακή» και «τουρκοκυπριακή» γεωγραφική περιοχή, αν ο κάθε Ελληνοκύπριος εκτοπισμένος εφάρμοζε το δικαίωμά του να επιστρέψει στο σπίτι και την περιουσία του, στα εδάφη που βρίσκονται κάτω από τουρκική κατοχή; Πώς θα επέβαλλαν τον τεχνητό διαχωρισμό εδάφους και λαού, αν γίνονταν αποδεκτά στην πράξη τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες των Κυπρίων;

Είναι γι αυτό το βασικό λόγο που η πολιτική ηγεσία της Κύπρου πρέπει να πάρει τις αποφάσεις της σήμερα. Οι στιγμές είναι πραγματικά ιστορικές και κάθε μας κίνηση, κάθε απόφασή μας, προδιαγράφουν και προκαθορίζουν το μέλλον της Κύπρου και του κυπριακού λαού.

Εξετάζοντας, εξάλλου, τη στάση των χωρών της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία, διαπιστώνουμε μια σαφή, θα έλεγα προκλητική, μεροληπτική πολιτική υπέρ των τουρκικών συμφερόντων και θέσεων. Με το εύηχο πρόσχημα της ανάγκης για  «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας οι Ευρωπαίοι, λαμβάνοντας υπόψη και τις πιέσεις που ασκούνται από τις ΗΠΑ, έχουν ήδη χαλαρώσει σε μεγάλο βαθμό τις αυστηρές για όλους τους άλλους προϋποθέσεις για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξάρτητα αν θα ολοκληρωθεί ή όχι η διαδικασία ένταξης και πότε.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν αναμένω από τα πολιτικά όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης άσκηση πραγματικής πίεσης σε βάρος της Τουρκίας, για εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τόσο στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου, όσο και στην Τέταρτη διακρατική προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας και στις πολλές άλλες ατομικές προσφυγές που εκκρεμούν. Και δεν εννοώ βέβαια ως εφαρμογή της απόφασης την πληρωμή αποζημιώσεων, αλλά τον τερματισμό της παραβίασης των δικαιωμάτων των Κυπρίων.

Την πικρή αυτή πραγματικότητα ενισχύουν, η υποτονική πολιτική της κυπριακής κυβέρνησης απέναντι στο νομικό και πολιτικό πλαίσιο που δημιουργούν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και, βέβαια, η νέα πολιτική της Ελλάδας έναντι στην Τουρκία, με βάση την οποία όχι μόνο δεν διεκδικούνται τα δίκαια της Κύπρου, αλλά σημειώνονται και παρεμβάσεις προς ευρωπαϊκά όργανα, για αποτροπή της καταδίκης της Τουρκίας για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παρέμβαση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών για αποτροπή καταδικαστικού εναντίον της Τουρκίας ψηφίσματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το ζήτημα των τουρκικών φυλακών είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ε. Μιλώντας για συμφωνία για τη λύση του κυπριακού, την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κλπ, θα ήθελα να ρωτήσω αν οι βρετανικές στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο αυτές τις διαδικασίες.

Α. Η ύπαρξη των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο αποτελεί ένα πολύ σοβαρό παράγοντα επηρεασμού της μελλοντικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δυστυχώς, ο παράγοντας αυτός δεν έχει μελετηθεί δεόντως, ούτε και έχει συνυπολογιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα στη χάραξη της πολιτικής της Κύπρου.

Κατά τη βρετανική προσέγγιση, οι εδαφικές περιοχές της Κύπρου που ελέγχονται από τις στρατιωτικές βάσεις δεν έχουν παραχωρηθεί ποτέ στην Κυπριακή Δημοκρατία και έχουν τη νομική υπόσταση που είχαν στις 16 Αυγούστου 1960, αμέσως πριν την εγκαθίδρυση του κυπριακού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι οι γεωγραφικές αυτές περιοχές εξακολουθούν να αποτελούν αποικίες, κατά παράβαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, με βάση τους οποίους η διατήρηση αποικιών συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Η Βρετανία δεν έχει περιλάβει τα εδάφη των στρατιωτικών της βάσεων στην Κύπρο στη συμφωνία ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε και έχει προβεί στη δήλωση που προνοείται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για επέκταση της ισχύος της Σύμβασης στην εδαφική περιοχή των βάσεων.

Με βάση τη νομικοπολιτική αυτή θέση των Βρετανών είναι δεδομένο ότι, με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η γραμμή που οριοθετεί τα εδάφη που ελέγχονται από τις βρετανικές στρατιωτικές βάσεις θα μετατραπεί σε εξωτερικό σύνορο της Κύπρου και της Ευρώπης.

Αξίζει να υπενθυμίσω ότι οι βρετανικές στρατιωτικές βάσεις δεν είναι απλά δυο περιφραγμένοι χώροι, όπου υπάρχουν βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως συμβαίνει με τις στρατιωτικές βάσεις που είναι γνωστές σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρόκειται για δυο πολύ μεγάλες εδαφικές περιοχές της Κύπρου, μέσα στις οποίες υπάρχουν κοινότητες με κυπριακό πληθισμό και μέσα από τις οποίες είναι αναγκασμένοι να διακινούνται οι Κύπριοι.

Έχω τη γνώμη πως είναι αυτονόητα τα τεράστια προβλήματα που θα δημιουργηθούν στον κυπριακό πληθισμό μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν δοθεί λογική και νομικά εφαρμόσιμη λύση στα θέματα των βάσεων.

Ε. Αντιλαμβάνομαι ότι η κυπριακή πολιτική ηγεσία δεν επιθυμεί να θέσει αυτή την ώρα θέμα αποχώρησης των βάσεων. Πιστεύετε ότι υπάρχει άλλη λύση που θα μπορούσε να γίνει αμοιβαία αποδεκτή;

Α. Νομίζω πως θα ήταν δυνατό, αν βέβαια υπάρχει καλή θέληση, να υπάρξει διευθέτηση που θα έλυε τα σοβαρά προβλήματα.

Σκοπός της διατήρησης των στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο ήταν και είναι, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, αλλά και διαχρονικές δηλώσεις Βρετανών επισήμων, η εξυπηρέτηση των στρατιωτικών αναγκών της Βρετανίας στην περιοχή. Μπορεί κάποιος να εξηγήσει στο Βρετανό φορολογούμενο πώς εξυπηρετούνται οι ανάγκες αυτές με τον έλεγχο εδαφών όπου κατοικούν Κύπριοι; Μήπως οι ανάγκες αυτές της Βρετανίας εξυπηρετούνται το ίδιο καλά, αν οι στρατιωτικές της βάσεις περιορίζονταν σε πραγματικές στρατιωτικές βάσεις;

Η εισήγησή μου είναι να υπάρξει, πριν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τη Βρετανία, με στόχο να περιοριστεί το έδαφος των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων σε έκταση εδάφους που θα ήταν ικανοποιητική για εξυπηρέτηση των στρατιωτικών αναγκών της Βρετανίας, για χρονικό διάστημα που θα συμφωνηθεί και που θα είναι δυνατό να ανανεώνεται. Η έκταση αυτή θα είναι περιφραγμένη και θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας στρατιωτικής βάσης, όπως απαγόρευση εισόδου και διακίνησης πολιτών, λήψη μέτρων για ασφάλεια και λειτουργικότητα κλπ.

Με τον τρόπο αυτό θα προκύψουν πολλά αμοιβαία οφελήματα, όπως:-

  • τερματίσμός της παράνομης κατά το διεθνές δίκαιο διατήρησης αποικίας από τη Βρετανία,
  • λύση στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου κατοικούν Κύπριοι,
  • απάλειψη των αιτίων τριβής και σύγκρουσης των Κυπρίων με τις αρχές των βάσεων,
  • παροχή ευχέρειας για ισοζυγισμένη ανάπτυξη των κοινοτήτων που βρίσκονται σήμερα μέσα στις περιοχές των βάσεων,
  • περιορισμός σε μεγάλο βαθμό των δαπανών της Βρετανίας για διατήρηση «πολιτικής διοίκησης», για «άσκηση εξουσίας» σε σχέση με τον κυπριακό πληθισμό που βρίσκεται σήμερα μέσα στις βάσεις ή που διακινείται μέσα από αυτές, και πολλά άλλα.

Έχω την ισχυρή άποψη ότι η πρόταση που έχω προαναφέρει δεν επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα της Βρετανίας στην Κύπρο και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ δίνει ορθολογιστική λύση σε ένα πρόβλημα που πιθανό να δημιουργήσει σοβαρές τριβές στο μέλλον. Εκτιμώ εξάλλου ότι μια τέτοια συμφωνημένη λύση θα μπορούσε να παρατείνει χρονικά την παρουσία των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο, αφού θα μείωνε σημαντικά τις αντιδράσεις από την παρουσία αυτή.

Θα πρέπει βέβαια να τονίσω, για άρση οποιασδήποτε παρεξήγησης, ότι τελικός στόχος των Κυπρίων είναι η αποχώρηση των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων από την Κύπρο και ότι η πρότασή μου αντιμετωπίζει το θέμα προσωρινά, μέχρι που η πολιτική ηγεσία της Κύπρου να αποφασίσει την κατάλληλη χρονική στιγμή, για να θέσει θέμα αποχώρησής τους.

 

Αύγουστος 2001

 

Στέλιος Θεοδούλου

Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου

Για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *