Loading...
ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΩΝΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΛΑΡΝΑΚΑΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗΣ

Μου έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Κατά της Αγγλικής Πολιτικής και των Βάσεων, να σχολιάσω τη νομική πτυχή του πρόσφατου ατυχήματος στη Λάρνακα, στο οποίο είχε εμπλακεί βρετανικό στρατιωτικό όχημα που μετέφερε δυναμίτιδα.

Α. ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Την Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 1995, στις 4:30 το απόγευμα, στρατιωτικό αυτοκίνητο των βρετανικών βάσεων τύπου “λαντ ρόβερ” ενεπλάκει σε τροχαίο ατύχημα στην περιοχή των πετρελαιοδεξαμενών και αποθηκών υγραερίου στη Λάρνακα. Του αυτοκινήτου επέβαιναν δύο μόνο Βρετανοί στρατιωτικοί, οι οποίοι τραυματίστηκαν κατά το ατύχημα. Το αυτοκίνητο μετέφερε κιβώτια με δυναμίτιδα, τα οποία σκορπίστηκαν στο δρόμο λόγω της σύγκρουσης και ανατροπής του αυτοκινήτου. Η περιοχή αποκλείστηκε σε λίγα λεπτά από βρετανικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις και το επεισόδιο έληξε με την απομάκρυνση αυτοκινήτου και δυναμίτιδας.

Το περιστατικό έγινε αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης τις τελευταίες μέρες και ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, οι οποίες κυμαίνονται από απόλυτα θετικές μέχρι απόλυτα αρνητικές προς τη συμπεριφορά των Βρετανών. Σημειώνεται ότι οι απόλυτα θετικές και υποστηριχτικές προς τους Βρετανούς απόψεις προέρχονταν από εκπροσώπους της κυπριακής πολιτείας, όπως είχε συμβεί σε όλες τις περιπτώσεις αντιπαράθεσης και αντιδικίας Κυπρίων πολιτών με τις βρετανικές βάσεις. Αιτιολογικό επιχείρημα για τη στάση αυτή της επίσημης πλευράς ήταν οι δεσμεύσεις από τις  πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης.

Β. ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Έχοντας υπόψη τα δεδομένα που έχουν προαναφερθεί και υπό την προϋπόθεση ότι τα γεγονότα είναι ορθά, αξίζει να εξακριβωθεί πώς είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο περιστατικό, μέσα στα ορθά νομικά πλαίσια. Για σκοπούς  προσέγγισης του θέματος από την πλέον δεσμευτική για την Κυπριακή Δημοκρατία  πλευρά, θα χρησιμοποιήσω τους όρους “έδαφος των βάσεων” και “έδαφος της Δημοκρατίας”, άνκαι δεν αποδέχομαι το διαχωρισμό αυτό, γιατί είναι κατά την άποψή μου νομικά αβάσιμος και ανυπόστατος.

Το δικαίωμα των Βρετανών να διακινούνται στο έδαφος της Δημοκρατίας ρυθμίζεται από το άρθρο 4 του Δεύτερου Μέρους  του ANNEX B της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, με το οποίο προνοούνται δύο διαζευκτικές  ρυθμίσεις:

α) Οι δρόμοι, τα λιμάνια και οι λοιπές διευκολύνσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα για τη διακίνηση συγκροτημένων μονάδων στρατού και στρατιωτικών αυτοκινητοπομπών προς, από και ανάμεσα στις βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας……

β) Στρατιωτικό προσωπικό (που δεν συνιστά συγκροτημένη μονάδα) θα απολαμβάνει ελευθερίας διακίνησης στο βαθμό και την έκταση που η ελευθερία αυτή επιτρέπεται διά νόμου για τους πολίτες της Δημοκρατίας.   (Ο όρος “στρατιωτικό προσωπικό” έχει χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 1(d) του Πρώτου Μέρους του ANNEX B της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης).

Η περίπτωση των δύο Βρετανών στρατιωτικών που επέβαιναν του στρατιωτικού αυτοκινήτου εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, στην παράγραφο (b) του άρθρου 4 του Δεύτερου Μέρους του ANNEX B, για δύο διαζευκτικά λόγους:

  1. Οι δύο στρατιωτικοί, ο οδηγός και ο συνοδηγός του “λαντ ρόβερ”, δεν συνιστούν συγκροτημένη στρατιωτική μονάδα ή σώμα (formed body of troops), όπως απαιτείται για να εμπίπτει η περίπτωση στην παράγραφο (a). Σημειώνεται ότι, λόγω της απουσίας ερμηνευτικής διάταξης για τον όρο “formed body of troops”, χρησιμοποιείται για τη νομική ερμηνεία του η συνήθης γραμματική σημασία του.
  2. Το συγκεκριμένο στρατιωτικό αυτοκίνητο δεν συνιστά αυτοκινητοπομπή (convoy of vehicles) και κατά συνέπεια η κίνησή του στο έδαφος της Δημοκρατίας δεν εμπίπτει στην παράγραφο (a).

Είναι λοιπόν φανερό ότι η διακίνηση του στρατιωτικού αυτοκινήτου με το φορτίο της δυναμίτιδας εμπίπτει στην παράγραφο (b) του άρθρου 4, οπότε η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποχρέωση να επιτρέψει την ελεύθερη του διακίνηση “στην έκταση” που ο νόμος επιτρέπει τέτοια διακίνηση για τους πολίτες της Δημοκρατίας. Η διάταξη αυτή, τόσο αυτόνομα όσο και σε αντιδιαστολή με τις διατάξεις της παραγράφου (a), σημαίνει ότι οι δύο Βρετανοί, το φορτίο και το αυτοκίνητό τους υπάγονται στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, στον έλεγχο των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφορικά με την τήρηση των επιταγών της σχετικής με τη διακίνησή τους νομοθεσίας. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την ενδεδειγμένη άδεια μεταφοράς εκρηκτικών ή να πάρουν τα συγκεκριμένα μέτρα που ο νόμος ορίζει σε περίπτωση μεταφοράς εκρηκτικών, ενώ ταυτόχρονα είχαν υποχρέωση να αποδεχτούν ή ακόμα και να προκαλέσουν  τον έλεγχο της κυπριακής αστυνομίας αναφορικά με την από μέρους τους τήρηση των επιταγών του νόμου, δεδομένων και των διακηρύξεων της βρετανικής κυβέρνησης στο Παράρτημα “Ο” της Συνθήκης (παράγραφος 1(2) και σχετική επιστολή προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο).

Η μόνη περίπτωση να μη εφαρμόζονται οι απαγορευτικές ή περιοριστικές διατάξεις της κυπριακής νομεθεσίας στη διακίνηση εκρηκτικών υλών από τους Βρετανούς, είναι αν έχει παραχωρηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία σχετική εξαίρεση δυνάμει της παραγράφου (1) του άρθρου 7 του ANNEX C. Θα ήταν σίγουρα πολύ ενδιαφέρον να γνωστεί αν έχει πράγματι παραχωρηθεί τέτοια εξαίρεση και κατά πόσο υφίσταται το στοιχείο της αμοιβαιότητας, αν βέβαια μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για συμπεριφορά των Βρετανών παρόμοια με αυτή των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν την προβολή και προάσπιση των έστω και κατ’ επίφαση κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Το επεισόδιο δεν περιορίστηκε όμως στη μεταφορά εκρηκτικών υλών. Στην υπόθεση αυτή συντρέχουν τρία άλλα σοβαρά θέματα:

(α) Είχε τεθεί σε άμεσο κίνδυνο η ασφάλεια ζωής και περιουσίας Κυπρίων πολιτών, λόγω της πιθανότητας έκρηξης της δυναμίτιδας, πολύ κοντά σε πετρελαιοδεξαμενές και αποθήκες υγραερίου.

(β) Είχε προκληθεί υλική ζημιά σε αυτοκίνητο Κύπριου πολίτη, για την οποία ευθύνεται, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, ο οδηγός του βρετανικού αυτοκινήτου.

(γ) Ο οδηγός του στρατιωτικού αυτοκινήτου δυνατό να είχε υποπέσει σε τροχαίο ποινικό αδίκημα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Κύπριου πολίτη και η ανατροπή του.

Οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας είχαν αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη, για άμεση λήψη μέτρων και διερεύνηση όλων αυτών των θεμάτων. Όμως, όχι μόνο δεν κλήθηκαν οι κυπριακές αρχές αμέσως από τους Βρετανούς, αλλά καταβλήθηκε συνειδητή προσπάθεια να μη γνωστοποιηθεί το συμβάν, τουλάχιστον αμέσως.

Στην παράγραφο 4(α) του άρθρου 4 του Δεύτερου Μέρους του ANNEX B ορίζεται ρητά ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ζημιάς στο έδαφος της Δημοκρατίας, σε όχημα με φορτίο που είναι ιδιοκτησία της Βρετανίας, οι Βρετανοί θα έχουν δικαίωμα πρόσβασης (shall have the right to gain access). Δεν υπάρχει στο θέμα αυτό αποκλεισμός της αρμοδιότητας των κυπριακών αρχών για διερεύνηση ενδεχόμενης παραβίασης της νομοθεσίας. Αντίθετα, υπάρχει η γενική και προέχουσα διακήρυξη για “πλήρη συνεργασία” των Βρετανών με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ανεξάρτητα όμως από τις πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, οι ενέργειες των Βρετανών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της κυπριακής πολιτείας. Η απόκρυψη, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, ενός τόσο σοβαρού συμβάντος και η πιθανή αλλοίωση των δεδομένων μέχρι την άφιξη των κυπριακών αρχών, όταν γίνεται από επίσημες αρχές μιας χώρας προς επίσημες αρχές άλλης χώρας, μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και ως εχθρική ενέργεια. Στη δική μας περίπτωση εκφράστηκε ακόμα και ικανοποίηση για τη στάση των Βρετανών, επειδή μας εξοικονόμησαν τα έξοδα της σχετικής διερεύνησης!

Έχω την άποψη ότι το μικρό μέγεθος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν δικαιολογεί με οποιονδήποτε τρόπο την αυτόβουλη απεμπόληση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Κάθε άρνηση για υπεράσπιση και περιφρούρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας συνιστά βάναυση προσβολή της εθνικής, της κρατικής και της προσωπικής αξιοπρέπειας των Κυπρίων, ιδιαίτερα κάτω από τις δοσμένες συνθήκες αμφισβήτησης της κρατικής της κυριαρχίας λόγω της τουρκικής επιδρομής και συνεχιζόμενης κατοχής τμήματος της επικράτειάς της.

 

Λευκωσία, 18 Σεπτεμβρίου 1995

 

Στέλιος Θεοδούλου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου

για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *