Loading...
ΚΡΑΤΟΣ, ΠΟΛΙΤΗΣ, ΔΙΚΑΙΟ

Κράτος – Πολίτης

Η δική μου συμβολή στη σημερινή ημερίδα έχει τίτλο, «κράτος – πολίτης». ‘Η μήπως είναι «κράτος και πολίτης»; Θα μπορούσε ακόμα να είναι, «κράτος εναντίον πολίτη». Σε κάποιες δυστυχείς στιγμές, κατάλληλος τίτλος θα ήταν, «κράτος εναντίον υποτακτικού».

Με την εισαγωγή αυτή έχω επιχειρήσει να καταδείξω πως, ενώ οι έννοιες του κράτους και του πολίτη είναι, λίγο πολύ, διαχρονικά καθορισμένες, αυτό που έχει πραγματική σημασία για τη δημοκρατία ως θεωρία, αλλά κυρίως ως πράξη, είναι η σχέση των δυο όρων στη βιωματική λειτουργία της καθημερινότητας.

Νομιμοποίηση της εξουσίας

Σύμφωνα με τον κορυφαίο προασπιστή της ελευθερίας και αξιοπρέπειας του πολίτη, τον αείμνηστο Αριστόβουλο Μάνεση, η νομιμοποίηση κάθε μορφής εξουσίας, πολύ δε περισσότερο της κρατικής, είναι το απαραίτητα και αναπόφευκτα δεδομένο στοιχείο σε κάθε κρατικά οργανωμένη κοινωνία. Η εξουσίαση, ως συνέπεια της διάκρισης αρχόντων και αρχομένων, συνεπάγεται ενδεχόμενη αμφισβήτησή της. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη σύμπραξης των πολιτών στη διαμόρφωση και την εκδήλωση της κρατικής θέλησης, καθώς και στον έλεγχό της. έναν έλεγχο που σαφώς δεν εξαντλείται σε τυπικές μόνο διαδικασίες ανάδειξης των αρχόντων. Η δημοκρατική αρχή λειτουργεί πραγματικά στο βαθμό που υλοποιείται σε άμεση και ενεργητική συμμετοχή των λαϊκών μαζών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, δηλαδή αποφάσεων που αφορούν στην άσκηση της εξουσίας.

Η κρατική εξουσία είναι «εξ ορισμού» συνυφασμένη με την ικανότητα αποτελεσματικής και μάλιστα καταναγκαστικής επιβολής. Ωστόσο, και ο πιο δυνατός δεν είναι ποτέ αρκετά δυνατός για να παραμείνει κύριος, αν δεν μετατρέψει τη δύναμή του σε δίκαιο και την υπακοή σε καθήκον[1].

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο η κρατική εξουσία να ασκείται μέσα από κανόνες δικαίου, που σκιαγραφούν την αποδεκτή για τη συγκεκριμένη κοινωνία έννομη τάξη, η οποία θα πρέπει να έχει διαμορφωθεί με την ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Έτσι το δίκαιο χρησιμεύει ως μέσο πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα και παράλληλα η πολιτική νομιμοποιείται.

Η αναγκαία διαπίστωση της λαϊκής αποδοχής ως προϋπόθεσης για την ύπαρξη νομιμοποιημένης εξουσίας, οδηγεί τους κρατούντες σε προσπάθεια διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η προσπάθεια κατατείνει στην απόσπαση της συγκατάθεσης των εξουσιαζομένων, είτε με την ενεργή αποδοχή τους είτε, έστω, με τη «σιωπηρή συναίνεση του λαού»[2], σύμφωνα με το αρχαίο ρωμαϊκό «πλάσμα» δικαίου. Και όπως τονίζει ο Μάνεσης, οι εξουσιάζοντες θεωρούν ότι « … με τη σιωπή, στην οποία επιτηδείως καθηλώνουν τους εξουσιαζόμενους, εκφράζεται βούληση έγκυρη, έστω και αν είναι προϊόν καταναγκασμού, πράγμα που σημαίνει ότι αρκεί να εξασφαλιστεί οπωσδήποτε η σιωπή, για να συναχθεί έτσι και η συναίνεση».

Είναι, βέβαια, αυτονόητο σε μια δημοκρατική κοινωνία, πως μόνον η ρητή και αβίαστη συναίνεση λογαριάζεται ως έγκυρη και ισχυρή. Όχι η συναίνεση που τεκμαίρεται από άμορφες «ενδείξεις», αλλά η συναίνεση που αποδεικνύεται με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες και θεσμικές εγγυήσεις, ως ελεύθερη, γνήσια και αυθεντική εκδήλωση της θέλησης των πολιτών.

Επιβολή «εγκυροτήτων»

Η εξουσία κατασκευάζει επίσης ένα σύστημα «εγκυροτήτων», έμμεσων δηλαδή κανόνων κοινωνικής αξίας, με τις οποίες διαμορφώνει το πλαίσιο της κοινωνικής αποδοχής, για τους κανόνες δικαίου που θα ακολουθήσουν, ή που δεν είναι επιθυμητό από την εξουσία να αλλάξουν (π.χ. ο απολιτικός δημόσιος υπάλληλος, η μόνη έγκυρη ιστορική ερμηνεία, η έννοια του έθνους και της πατρίδας ως ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους «σωστούς» πολίτες και τους «άλλους», ο περιορισμός δικαιωμάτων για διευκόλυνση της πάταξης του εγκλήματος, η προστασία της κοινωνίας από την επίδραση των ξένων, κατά κανόνα των φτωχών ξένων εργατών).

Κατά το Δημήτρη Τσάτσο[3], μπορούμε να πούμε ότι η πολιτεία είναι ένα νοούμενο σύστημα «εγκυροτήτων» τις οποίες η εξουσία αναπαράγει. Έτσι, με το σύστημα αυτό των «εγκυροτήτων» που η εξουσία επιβάλλει από θέση ισχύος, δημιουργείται στην ατομική συνείδηση του πολίτη το δίλημμα: είτε δεν αμφισβητείς τις «εγκυρότητες» και θεωρείσαι «καλός πολίτης», είτε τις αμφισβητείς, οπότε βρίσκεσαι σε σύγκρουση με το σύνολο της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι, αντί η αμφισβήτηση του πολίτη να στρέφεται κατά της εξουσίας, η οποία να την εισπράττει ως άρνηση νομιμοποίησής της, στρέφεται τεχνητά εναντίον της κοινωνίας ως συνόλου, οπότε και αυτοεκφυλίζεται πριν καταφέρει να δημιουργήσει προβλήματα στην εξουσία. Είμαι σίγουρος ότι όλοι θυμόμαστε περιπτώσεις συμπολιτών μας με «προχωρημένες» ιδέες, οι οποίοι είχαν έντεχνα, μέσω ψιθύρου και «από καθέδρας» δηλώσεων, απομονωθεί από την κοινωνία μας, χαρακτηρισμένοι ως «λαϊκιστές», «ανισόρροποι», «αναρχικοί», ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που η εξουσία πίστευε ότι αποτελούσαν γι αυτήν.

Κρίση δημοκρατίας;

Εδώ και μερικά χρόνια πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι, κυρίως στο χώρο της Ευρώπης, η σύγχρονη αστική δημοκρατία παρουσιάζει σημάδια κρίσης, η οποία αποδίδεται κατά βάση σε κρίση νομιμοποίησης των κρατικών εξουσιών. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος αποδίδει την κρίση αυτή, όχι σε ελλείμματα δημοκρατίας αυτής καθεαυτή, αλλά μάλλον σε παρουσίαση ρηγμάτων στην κοινωνική συνοχή των ανθρώπινων κοινωνιών. Κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο[4], «Η κοινωνική συνοχή παραπέμπει στην έννοια της νομιμοποίησης μιας εξουσίας που τη θέλουμε δημοκρατικά οργανωμένη, πολιτικά φιλελεύθερη και κοινωνικά ευαίσθητη …».

Η βασική αιτία της μείωσης της συνοχής των κοινωνιών, που φαίνεται να παρουσιάζει αργή αλλά σταθερή κλιμάκωση, μπορεί εύκολα να αναζητηθεί στην σαφέστατα αρνητική εκδήλωση της παγκοσμιοποίησης και της «νέας τάξης». Οι παράγοντες αυτοί υποσκάπτουν τον πολιτισμό των κοινωνιών, επιδρώντας κυρίως στην πολιτιστική συνέχεια της κοινωνίας και αφαιρώντας θεμελιακά στοιχεία της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα της.

Η έμμεση επιβολή της βούλησης της εξουσίας από τη μια, αλλά και η μείωση των αντιστάσεων στην καταπίεση που παρατηρείται σε κοινωνίες με προβλήματα συνοχής από την άλλη, έχει οδηγήσει, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, στην εμφάνιση ή επίταση ελλειμμάτων δημοκρατίας. Με δεδομένη τη σιωπή των πολιτών η εξέλιξη της δημοκρατίας ως θεωρίας, κυρίως όμως ως πράξης, δεν παρουσιάζεται ευοίωνη.

Αξίζει να επισημάνω τη σοβαρή διαφοροποίηση που έχει παρατηρηθεί στη στάση των νέων ανθρώπων στον Ευρωπαϊκό χώρο μέσα σε τρεις με τέσσερις δεκαετίες. Πριν τριάντα με σαράντα χρόνια οι νέοι αμφισβητούσαν έντονα τις εξουσίες και αρνούνταν να τους προσφέρουν νομιμοποίηση, παλεύοντας για την ανατροπή κάθε αυθαιρεσίας και αντιδημοκρατικής ενέργειας ή συμπεριφοράς. Σήμερα, οι νέοι στις ίδιες χώρες παλεύουν απλά για εξασφάλιση θέσης και αποκατάστασης μέσα στο κατεστημένο. Στην Κύπρο οι νέοι, ούτε πάλευαν ούτε παλεύουν, ούτε αμφισβητούσαν ούτε αμφισβητούν, αφού βολεύουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες με το γνωστό, πατροπαράδοτο τρόπο του «μέσου» και του «ρουσφετιού», που έχουμε ως κοινωνία αναγάγει σε επιστήμη. Στον ευνουχισμό αυτό της νεανικής επαναστατικότητας έχουν καθοριστικά συμβάλει, το ίδιο το κράτος και οι πλείστοι, αν όχι όλοι, οι κομματικοί σχηματισμοί.

Παρατηρούμε λοιπόν πως ο πολιτισμός, στην ευρύτατη του έννοια, αποτελεί βασικό, θεμελιακό παράγοντα παραγωγής, στήριξης και υπεράσπισης της δημοκρατίας. Κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο, οτιδήποτε γίνεται στον τομέα του πολιτισμού, «… συνδέεται, από την ίδια τη φύση του πράγματος, με την αισθητική και την ιδεολογία, τις νοοτροπίες και τα στερεότυπα, την αυτοσυνειδησία της κοινωνίας, την πολυμορφία και τις αντοχές της, τη σχέση της με την Ιστορία και τις ποικίλες χρήσης της, τη σχέση της με τους «άλλους».

Ο ενεργός πολίτης

Η διαπίστωση της σημασίας του νόμου και του πολιτισμού στην υπεράσπιση, αλλά και την καταξίωση της δημοκρατίας, δίνει αυτόματα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούμε, για ανατροπή των αρνητικών και μεγιστοποίηση των θετικών στη δική μας κοινωνία.

Ο Ακαδημαϊκός Γεώργιος Βλάχος δίνει το στίγμα, μέσα από την αναζήτηση των θεμελίων της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας[5]: «Η ελευθερία δεν είναι πλέον μια απλή ατομική διεκδίκηση, αλλά βίωμα και τρόπος ζωής για ολόκληρη την κοινότητα. Μετατρέπεται κατ’ ακριβολογία σε παρρησία, υποχρέωση του κάθε πολίτη να έχει ελεύθερο φρόνημα, αλλά και, ταυτόχρονα, διαφάνεια σε όλες τις εκδηλώσεις και τους θεσμούς της κοινότητας». Και προσθέτει ο Μάνεσης: «… καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός, και υπεύθυνος πολίτης». Για να συμπληρώσει η διάσημη Γαλλίδα ακαδημαϊκός, Ζιακελίν Ντε Ρομιγύ[6]: «Οι Έλληνες, εραστές πάντοτε της ανεξαρτησίας διακήρυσσαν συνεχώς με υπερηφάνεια την υπακοή στους νόμους. … Το μόνο που ζητούσαν ήταν να διοικείται η πόλη αυτή, από έναν δικό της κανόνα και όχι από έναν άνθρωπο».

Οι τρεις αναφορές που έχω παραθέσει δίνουν τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν το δόρυ και την ασπίδα του πολίτη, στην όποια σχέση ή διαφορά του με το κράτος. Κυρίως όμως, τα στοιχεία αυτά μπορούν να εγγυηθούν την εδραίωση της δημοκρατίας και την ομαλή λειτουργία της.

Οι σχέσεις του κράτους με τον πολίτη του πρέπει απαραίτητα να θεμελιώνονται πάνω στην αρχή της ισότητας, κατά τη Συνταγματική επιταγή, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Εισηγούμαι πως η σχέση αυτή, αλλά και η αντίστοιχη διαφορά, πρέπει να στηρίζονται στο σεβασμό της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του πολίτη.  Πρέπει, ακόμα, κάθε ενέργεια ή συμπεριφορά του κράτους να μπορεί εύκολα να ενταχθεί μέσα στο πλέγμα των αρχών του «κράτους δικαίου» και να βρίσκεται σε αρμονία με τη βούληση της κοινωνίας.

Η πολιτική του «σοφού ηγέτη» αποτελεί για τη σημερινή πραγματικότητα ένα μακρινό παραμύθι αβέβαιης παιδευτικής αξίας. Σήμερα επιβάλλεται να λειτουργεί η δημοκρατία στην πράξη, με την ενεργή συμμετοχή του πολίτη. Ενός πολίτη που θα διαδραματίζει ενεργό και καθοριστικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι του τόπου.

Για να επιτευχθεί όμως η λειτουργία της πραγματικής δημοκρατίας, επιβάλλεται να επιλέγονται ηγέτες με σαφή, βιωματική αντίληψη των αρχών της δημοκρατίας. Αξίζει να αναφέρω, ως παράδειγμα προς μίμηση, τον Περικλή της αρχαίας Αθήνας. Μιλώντας, λοιπόν, ο Περικλής προς τους Αθηναίους κατά την ανάληψη της εξουσίας, αντί να απευθυνθεί προς αυτούς με νουθεσίες, αντί να εμφανιστεί ως ο παντογνώστης που θα έλυνε όλα τα προβλήματα της πόλης, είπε τούτα τα λιτά λόγια, απευθυνόμενος προς τον εαυτό του: «Πρόσεχε, Περίκλεις. Ελευθέρων άρχεις, Ελλήνων άρχεις, πολιτών Αθηναίων»[7]. Αυτός ο πρόμαχος και υπέρμαχος της δημοκρατίας θεώρησε καθήκον, τη στιγμή ακριβώς του θριάμβου του, να προειδοποιήσει τον εαυτό του πως η εξουσία που αναλάμβανε θα ασκείτο σε ελεύθερους Έλληνες, Αθηναίους πολίτες.

Η συμπεριφορά και δημόσια εικόνα, η ευαισθησία και ευθιξία, η βιωματική αντίληψη περί δημοκρατίας, δικαιοσύνης και σεβασμού των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του πολίτη, όπως αυτά καταγράφονται στην πρακτική καθημερινότητα των μελών της κυβέρνησης, της βουλής, του δικαστικού σώματος και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προσδιορίζουν και έμμεσα επιβάλλουν τα αποδεκτά πρότυπα της κοινωνίας μας. Θα έλεγα ακόμα ότι δημιουργούν στόχους για προσδοκώμενη επίτευξη από το κοινωνικό σύνολο, μέσα από τη συνειδησιακή αποδοχή των ορίων του κοινωνικά παραδεκτού και του κοινωνικά απαράδεκτου. Αυτό βέβαια μπορεί να επιτευχθεί, όταν υποδεικνύεις όχι τα ευχάριστα, αλλά τα άριστα για τους πολίτες”, όπως έλεγε ο Σόλωνας.

Δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί πραγματική δημοκρατία σε ένα χώρο, όπου οι ηγέτες και οι αξιωματούχοι πιστεύουν πως η ανάδειξή τους στην εξουσία υπήρξεν «εξόφληση θείας οφειλής». Όπως δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική δημοκρατία σε ένα χώρο όπου οι πολίτες αδιαφορούν για τα κοινά και παρακολουθούν ως ουδέτεροι θεατές το βιασμό θεσμών και αξιών.

Οι νέοι πολίτες

Κι αν η δική μας γενιά συναντά δυσκολίες για την προσαρμογή της στους κανόνες της δημοκρατίας, ας ρίξουμε το βάρος της προσπάθειάς μας στη διαμόρφωση του δημοκρατικού χαρακτήρα των νέων πολιτών. Αυτών που θα μας διαδεχτούν και θα πάρουν τη σκυτάλη της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας της μικρής μας χώρας.

Αποτελεί παράγοντα «εκ των ων ουκ άνευ» η δημιουργία υγειών προτύπων για τους νέους μας. Χρειάζεται να κατεβούμε από την έδρα της επιβολής και να κάτσουμε μαζί τους στα έδρανα της επικοινωνίας. Είναι απαραίτητο να αποκηρύξουμε την πρακτική της διάστασης λόγων και έργων και να μπούμε στη λογική της διαπαιδαγώγησης μέσα από το παράδειγμα. Είναι, ακόμα, αναγκαίο να εγκαταλείψουμε την τακτική της κατανομής ευθυνών στους νέους για τις δικές μας αποτυχίες.

Η κυπριακή εκπαίδευση, λειτουργώντας τα τελευταία 26 χρόνια μέσα στο σαφώς αρνητικό περιβάλλον της τουρκικής κατοχής, της προσφυγιάς, της αναζήτησης των αγνοουμένων συγγενών, της απάνθρωπης μεταχείρισης των εγκλωβισμένων, της διάλυσης κοινοτικών, ακόμα και οικογενειακών δεσμών, είχε και έχει να διαδραματίσει ιδιαίτερα αυξημένο και πολύπλοκο ρόλο. Το ποδοπάτημα από την Τουρκία των διαχρονικών ύψιστων αξιών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, έχει δημιουργήσει ένα περίεργο, αποσταθεροποιητικό για τη νεολαία, κοινωνικό περιβάλλον, που έχει de facto μετακινήσει τα όρια της αξίας και απαξίας.

Αν δεν καταφέραμε να κρατήσουμε με νύχια και με δόντια τα πρότυπα του πολιτισμού μας πάνω στα βάθρα της συνείδησής μας, ας μη καταλογίζουμε στους νέους μας την ευθύνη για την υιοθέτηση στοιχείων μιας ξένης, ίσως μακρόχρονα καταστροφικής κουλτούρας. Η υπεύθυνη άσκηση αυτοκριτικής μας οδηγεί στη ρήση του Βίκτορος Ουγκώ, το κεφάλι του λαού, να το ζήτημα! Φωτίστε το, μορφώστε το, και τότε δεν θα βρεθείτε στην ανάγκη να το κόψετε!

Φωτίζοντας, λοιπόν, και μορφώνοντας τα κεφάλια των νέων μας, δίνοντάς τους με τη διδασκαλία, μα προ πάντων με το παράδειγμα, τα πρότυπα εκείνα που ο πολιτισμός μας καθιέρωσε, μπορούμε να έχουμε ελπίδες για το μέλλον. Δίνοντας το μήνυμα της επικράτησης των πνευματικών και ηθικών αξιών πάνω στην ύλη και χτυπώντας έμπρακτα τη βία, την αδικία και την αυθαιρεσία με τις αξίες της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας, του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως η νέα γενιά και κάθε νέα γενιά θα αγωνιστεί για ό,τι ωραίο, μεγάλο και αληθινό γι’ αυτό τον τόπο.

Ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει πώς είναι δυνατό, να διδάσκουμε στους νέους μας τη θυσία του Αυξεντίου, τη λεβεντιά του Κολοκοτρώνη, τον ηρωϊσμό του Λεωνίδα και των τριακόσιων του, και την ίδια στιγμή να αποκαλούμε αυτούς τους νέους «αλήτες», γιατί με την καθιστική τους εκδήλωση στο οδόφραγμα της ντροπής «εμπόδισαν» τη διέλευση ξένων διπλωματών προς τα κατεχόμενα χώματά μας; Πώς μπορούμε να δεχτούμε ότι οι νέοι μας διδάσκονται τις αρχές της δημοκρατίας, αλλά στην πράξη θεωρούμε απαράδεκτη την έκφραση της δικής τους ελεύθερης άποψης;

Στη σχέση μας με τους νέους, ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί, ως κράτος, ως κόμματα, ως κοινωνία, θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ένα παλιό, Ινδιάνικο ρητό: «Τη γη δεν την έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας, αλλά την έχουμε δανειστεί από τα παιδιά μας».

Συμπέρασμα

Δεν είναι, λοιπόν, εγχείρημα ακατόρθωτο η εγκαθίδρυση σωστής σχέσης ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Χρειάζεται απλά να αντιληφθούν και τα δυο μέρη το ρόλο, την ευθύνη και τα όρια λειτουργίας τους. Χρειάζεται να ξανατοποθετήσουμε ψηλά στις συνειδήσεις μας τα πρότυπα που η Ιστορία και ο πολιτισμός μας έχουν διαμορφώσει ως αξίες.

Η πορεία προς την πραγμάτωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι μεν δύσκολη, σαφώς όμως όχι ακατόρθωτη. Ιδιαίτερα για λαούς όπως το δικό μας, που κουβαλούν στην ιστορική και πολιτισμική τους παράδοση τα σπέρματα της σοφίας χιλιετιών. Πρέπει όμως να επισημάνω πως η πορεία αυτή δεν μπορεί να χαράσσεται μόνο στο χαρτί. Το Σύνταγμα, οι νόμοι, οι κανονισμοί, είναι μεν χρήσιμοι, αλλά έχουν μια ιδιαιτερότητα. Μπορούν να τροποποιηθούν, ακόμα και να αντικατασταθούν, ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες.

Ο θεσμός αποτελεί διάσταση ιστορική και πρέπει να είναι δεκτικός αξιολόγησης κατά την πραγμάτωσή του. Κατά τον Δ. Τσάτσο, «ο θεσμός από χαρτί γίνεται ζωή. Ο δικαστής, ο βουλευτής, ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, δεν γίνονται κατανοητοί από την κοινωνία … από την ανάγνωση του Συντάγματος, αλλά από τον τρόπο πραγμάτωσής τους. Με αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα έρχεται το άτομο και η κοινωνία στη βιωματική επικοινωνία που γεννά τη συναίνεση ή την απόρριψη ή και την απελπισία».

Για να μη φτάσουμε στην απελπισία πρέπει, με τη δική μας ενεργή παρέμβαση, αμφισβήτηση, πρόταση, συνεργασία, να επιβάλουμε στο κράτος την υποχρέωση για αναζήτηση μιας «αέναης κοινωνικής δικαίωσης».

Ο αγώνας προσφέρεται για όλους μαζί και για τον καθένα χωριστά. Πιστεύω έντονα και ειλικρινά πως ο καθένας μας μπορεί να κάμει τη διαφορά. Γι’ αυτό θα κλείσω την εισήγησή μου επαναλαμβάνοντας τα προσφιλή σ’ εμένα λόγια του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη: «Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω»[8].

 

Στέλιος Θεοδούλου,

Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος Παγκύπριου Συνδέσμου για την Προάσπιση

Των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

ΜΕ ΓΕΝΙΚΟ ΘΕΜΑ, «ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ»

Λάρνακα, 7 Μαρτίου 2001

 

[1] Α. Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1980.

[2] Tacitus consensus populi

[3] Δ. Τσάτσος, Ελληνική Πολιτεία 1974 – 1997, Αθήνα, Καστανιώτης, 1997.

[4] Ε. Βενιζέλος, Διαχρονία και Συνεργεία – Μια Πολιτική Πολιτισμού, Αθήνα, Καστανιώτης, 1998.

[5] Γ.Κ.Βλάχος, Η ιδέα του ελεύθερου ανθρώπου στη δημοκρατία των Αθηνών, Αθήνα – Κομοτινή, Σάκουλας, 1992.

[6] Jacqueline de Romilly, Ο Νόμος στην Ελληνική Σκέψη, Αθήνα, το άστυ, 1995.

[7] Μ. Πλωρίτης, Έρως Ελευθερίας και Δημοκρατίας, Αθήνα, Καστανιώτης, 1993.

[8] Ν. Καζαντζάκης, Ασκητική.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *