Loading...
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΛΥΣΗΣ

ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΠΟΙΚΟΙ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΡΑ ΣΤΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Μια λύση στο κυπριακό ζήτημα μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν στηρίζεται, το λιγότερο, στα ελάχιστα επίπεδα αρχών του διεθνούς δικαίου και της προστασίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Σε τελευταία ανάλυση, οι Κύπριοι αναμφίβολα δικαιούνται στην απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι εγγυημένα για κάθε ανθρώπινο ον στον πλανήτη μας.

Μια από τις βασικές παραμέτρους του κυπριακού ζητήματος είναι και η παρουσία δεκάδων χιλιάδων Τούρκων εποίκων, οι οποίοι έχουν παράνομα μεταφερθεί από την Τουρκία στις κατεχόμενες από αυτήν περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στους Τούρκους αυτούς πολίτες έχει δοθεί η «υπόσταση» του «πολίτη» της ανύπαρκτης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» και θεωρούνται  ότι αποτελούν μέρος του «πληθυσμού» της παράνομης, υποτελούς «διοίκησης» που έχει εγκαθιδρυθεί από την Τουρκία στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού.

Κατά τη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν, μετά την τουρκική εισβολή κατά της Κύπρου, η Τουρκία έχει συνειδητά εφαρμόσει πολιτική εθνικού ξεκαθαρίσματος στις κατεχόμενες από αυτήν περιοχές, η οποία αποτελείται από δυο παράλληλες ενέργειες:

α. Το διωγμό των Ελληνοκυπρίων που είχαν παραμείνει στα σπίτια τους στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου μετά την τουρκική εισβολή, με την εφαρμογή απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης και με τη στέρηση από αυτούς θεμελιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών (όπως έχει επιβεβαιωθεί με σχετικές εκθέσεις της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, του Συμβουλίου της Ευρώπης και διεθνών, μη κυβερνητικών οργανώσεων).

β. Την παράνομη μεταφορά μεγάλου αριθμού Τούρκων εποίκων στις περιοχές της Κύπρου που βρίσκονται κάτω από την κατοχή των ενόπλων δυνάμεών της και την «παραχώρηση» σ’ αυτούς των σπιτιών και των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων που είχαν εξαναγκαστεί να διαφύγουν στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην Κύπρο είχαν ως συνισταμένη προοπτική τη θεμελίωση «νόμιμου» υπόβαθρου για τη δημιουργία χωριστού κράτους στις κατεχόμενες περιοχές. Η προσπάθεια αυτή (επιτυχής μέχρι σήμερα λόγω και της «χλιαρής» αντίδρασης της κυπριακής πολιτείας) έχει οδηγήσει στην παραγωγή των αναγκαίων προϋποθέσεων για αναγνώριση των κατεχομένων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως χωριστής κρατικής οντότητας.

Η αντιστοιχία των σημερινών de facto «πραγματικοτήτων» (όπως τις αποκαλεί η Τουρκία) με τις νομικές παραμέτρους επίλυσης του ζητήματος της πρώην Γιουγκοσλαβίας δείχνει με ξεχωριστή σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία είχε χαράξει και εφαρμόζει συγκεκριμένες στρατηγικές ενέργειες, περιλαμβανομένης και της μεταφοράς τμημάτων του πληθυσμού της στις κατεχόμενες από αυτή περιοχές της Κύπρου.

Με βάση τα πιο πάνω νομικά και πολιτικά δεδομένα, τα οποία έχουν υιοθετηθεί πλήρως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και, τελικά, από όλες τις χώρες, μπορεί εύκολα να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας αν η λύση του κυπριακού ζητήματος θεμελιωθεί πάνω στις παραμέτρους που έχει διαμορφώσει η Τουρκία, με προεξάρχουσα την αλλοίωση της πληθυσμιακής δομής των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου για σκοπούς δημιουργίας «λαού» ως συστατικού της εδραίωσης χωριστού κρατικό μορφώματος.

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,

“η εκ προθέσεως μεταφορά από την κατοχική δύναμη τμημάτων του πληθυσμού της στην κατεχόμενη από αυτήν περιοχή συνιστά σοβαρό έγκλημα κατά της ειρήνης και ασφάλειας της ανθρωπότητας”.

Σχετική πρόνοια περιλαμβάνεται στις ακόλουθες διατάξεις του διεθνούς δικαίου:

  • Αρθρο 49 της Σύμβασης της Γενεύης (IV) σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων προστασίας πολιτών κατά τη διάρκεια πολέμου (12 Αυγούστου 1949), που έχει κυρωθεί τόσο από την Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και από την Τουρκία.

Το άρθρο αυτό είχε υιοθετηθεί με σκοπό να αποτραπεί στο μέλλον η πρακτική που είχε παρατηρηθεί κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία κατέχουσες δυνάμεις μετέφεραν τμήματα του πληθυσμού τους σε κατεχόμενες από αυτές περιοχές, για πολιτικούς και ρατσιστικούς λόγους. Κατά τη συζήτηση που είχε προηγηθεί της υιοθέτησης του άρθρου, είχε ομόφωνα διαπιστωθεί ότι η ενέργεια αυτή έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια την παρουσία των κατοίκων των κατεχομένων περιοχών ως χωριστής φυλετικής ή εθνικής ομάδας. Είναι προφανές ότι η εκτίμηση αυτή έχει μετατραπεί σε αποκρουστική πραγματικότητα στην περίπτωση των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, με τους Τουρκοκύπριους να μεταναστεύουν μαζικά και τους παράνομους έποικους να διαμορφώνουν, αργά αλλά σταθερά, μια νέα πολιτιστική πραγματικότητα, ολότελα ξένη προς τον πολιτισμό των Τουρκοκυπρίων και, γενικά, τον πολιτισμό του κυπριακού λαού.

  • Παράγραφος 4(α) του άρθρου 85 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Γενεύης, που υιοθετήθηκε στις 8.6.1977 και τέθηκε σε ισχύ στις 7.12.1978 και ρυθμίζει θέματα προστασίας πολιτών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης.

Οι πρόνοιες του Πρωτοκόλλου επαναλαμβάνουν την ίδια απόλυτη και κατηγορηματική διάταξη του διεθνούς δικαίου που περιεχόταν στον Χάρτη σύστασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης για την τιμωρία εγκλημάτων πολέμου της τότε ναζιστικής Γερμανίας (με βάση την οποία είχαν καταδικαστεί μερικοί Ναζί το 1946), καθώς και στη Σύμβαση της Γενεύης, θεωρώντας την ενέργεια αυτή ως κατά τεκμήριο σοβαρή παραβίαση (grave breach) της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου (1) του άρθρου 88, οι χώρες μέλη του Πρωτοκόλλου καλούνται να παρέχουν τη μέγιστη βοήθεια (greatest measure of assistance) σε κάθε περίπτωση ποινικής διαδικασίας που αφορά σε σοβαρές παραβιάσεις της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου.

Σημαντική θεωρείται εξάλλου η κατά το άρθρο 89 του Πρωτοκόλλου ρητή υποχρέωση των χωρών μελών να ενεργήσουν, συλλογικά ή κεχωρισμένα, σε κάθε περίπτωση σοβαρής παραβίασης της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου.

  • Άρθρο 8(β)(viii) του “Κώδικα Εγκλημάτων Κατά της Ειρήνης και Ασφάλειας της Ανθρωπότητας”, ο οποίος έχει υιοθετηθεί τον Ιούλιο του 1998 στη Ρώμη και έχει υπογραφεί μέχρι σήμερα από 100 και πλέον χώρες – μέλη των Ηνωμένων Εθνών (και που αποτελεί το υπόβαθρο για τη λειτουργία του Μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου).

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η εκ προθέσεως μεταφορά τουρκικού πληθυσμού από την Τουρκία στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου θεωρείται, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, ως διεθνές έγκλημα ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η σοβαρότητα του εγκλήματος αυτού, πάντα κατά το διεθνές δίκαιο, θα μπορούσε να δικαιολογήσει αίτημα στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, για σύσταση «επί τούτω» (ad hoc) διεθνούς δικαστηρίου, για εκδίκαση των ενόχων (αυτουργών, συναυτουργών και ηθικών αυτουργών) για τη συντέλεση του εγκλήματος.

Για τη διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις των προνοιών της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου έχει εγκαθιδρυθεί, δυνάμει του άρθρου 90 του Πρωτοκόλλου, Διεθνής Επιτροπή Διερεύνησης (International Fact-Finding Commission), τα πορίσματα της οποίας μπορούν να αποτελέσουν το αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο έγερσης διεθνούς ποινικής διαδικασίας κατά του παραβάτη. Δυστυχώς η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει αποδεχτεί ακόμα τη δικαιοδοσία της Επιτροπής.

Θα πρέπει, παράλληλα, να τονιστεί ότι, με βάσει καθιερωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, οι οποίες έχουν γίνει αποδεκτές ως «αναγκαστικό διεθνές δίκαιο» (jus cogens), η παρανομία δεν παράγει, ούτε και θεμελιώνει ή στηρίζει έννομα δικαιώματα. Κατά συνέπεια, ούτε η μακρόχρονη παρουσία των Τούρκων που έχουν μεταφερθεί από την Τουρκία στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, ούτε η οικογενειακή τους κατάσταση μπορούν να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση της νομιμοποίησης της παρουσίας τους στην Κυπριακή Δημοκρατία.

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΠΟΙΚΟΙ, ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ;

Από Κύπριους, Ελλαδίτες και ξένους πολιτικούς έχουν χαρακτηριστεί κατά καιρούς οι Τούρκοι έποικοι ως «παράνομοι μετανάστες». Αξίζει να εξεταστεί αυτή η πτυχή, γιατί η νομική και πολιτική θέση Κύπρου και Ελλάδας στο συγκεκριμένο θέμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ύψιστης σημασίας.

Ο όρος “παράνομος μετανάστης” προσδιορίζει το άτομο το οποίο ιδία βουλήσει μεταβαίνει σε μια ξένη χώρα, παραβιάζοντας το εσωτερικό δίκαιο αυτής της χώρας, με πρόθεση την προσωρινή ή μόνιμη εγκατάσταση, συνήθως για σκοπούς βελτίωσης των παραμέτρων (κυρίως των οικονομικών) διαβίωσής του. Κατά τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει ο όρος «οικονομικός μετανάστης», για ομάδες ατόμων που αναζητούν καλύτερες συνθήκες ζωής, εισερχόμενοι παράνομα σε ξένες, κατά κανόνα οικονομικά εύρωστες χώρες.

Στο διεθνές δίκαιο έχει αρχίσει και εντείνεται η ρύθμιση της συμπεριφοράς των κρατών απέναντι στους «οικονομικούς μετανάστες», με σαφείς τάσεις ευνοϊκής μεταχείρισής τους και παροχής σ’ αυτούς ευκαιριών για νόμιμη εγκατάσταση και εξασφάλιση εργασίας.

«Έποικος» (αν και ο όρος δεν είναι νομικά δόκιμος, αλλά προσδιορίζει μονολεκτικά την περιγραφική αναφορά των διεθνών συμβάσεων) είναι το άτομο που ανήκει στον πληθυσμό της κατοχικής δύναμης και μεταφέρεται παράνομα, με απόφαση της δύναμης αυτής, σε κατεχόμενες από αυτήν περιοχές, στα πλαίσια σχεδίου αλλοίωσης της πληθυσμιακής δομής των κατεχομένων περιοχών και εφαρμογής πολιτικής εθνικού ξεκαθαρίσματος, κατά παράβαση ρητών προνοιών του διεθνούς δικαίου.

Είναι προφανές ότι οι όροι είναι σαφώς νομικοί και έχει προσδοθεί σε αυτούς συγκεκριμένο περιεχόμενο από διεθνείς συμβάσεις και αποφάσεις διεθνών δικαστικών οργάνων. Κατά συνέπεια, είναι και απαράδεκτη, αλλά και σαφώς επικίνδυνη η αναφορά στους Τούρκους εποίκους με τον όρο, «παράνομοι μετανάστες».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Έχοντας υπόψη τη νομική πτυχή του θέματος και προτείνοντας ότι κανένα διακρατικό πρόβλημα δεν είναι δυνατό να λυθεί, αν η λύση δεν στηρίζεται στη διεθνή έννομη τάξη, θα πρέπει να εξετάσουμε την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην Κύπρο αναφορικά με την παρουσία και την προοπτική για την τύχη των Τούρκων εποίκων στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού, πριν και μετά την εφαρμογή μιας λύσης στο κυπριακό ζήτημα.

Λόγω του πολύ μικρού μεγέθους του κυπριακού πληθυσμού, ο συνυπολογισμός των Τούρκων εποίκων στο συνολικό αριθμό των μελών της τουρκοκυπριακής κοινότητας θα διαφοροποιούσε δραματικά τη δημογραφική δομή του κράτους. Η πλασματική αυτή αλλοίωση της δημογραφικής δομής θα έδινε στην Τουρκία «έγκυρη» αιτιολόγηση και δικαιολόγηση της διεκδίκησης μεγαλύτερου ποσοστού εδάφους για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε περίπτωση ομοσπονδιακής λύσης του κυπριακού ζητήματος. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν από την αρχή το πραγματικό πολιτικό σχέδιο, για τη μεταφορά των Τούρκων εποίκων στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.

Είναι, κατά συνέπεια, απαράδεκτο, τόσο νομικά όσο και πολιτικά, να προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία το υπόβαθρο για την ολοκλήρωση ενός διεθνούς εγκλήματος εναντίον του εδάφους και του λαού της.

Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι έποικοι προέρχονται από μιαν άλλη πολιτιστική πραγματικότητα, εντελώς ξένη προς τον πολιτισμό των Κυπρίων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, κυρίως στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και επιδρά αρνητικά στην πολιτιστική συνέχεια του κυπριακού πληθυσμού.

Έχει προβληθεί και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το θέμα των Τούρκων εποίκων είναι ανθρωπιστικό, αφού πολλοί από αυτούς έχουν τελέσει γάμο και/ή έχουν αποκτήσει παιδιά που έχουν γεννηθεί στην Κύπρο. Κατά συνέπεια, η εκδίωξή τους θα δημιουργήσει σημαντικά κοινωνικά προβλήματα.

Επαναλαμβάνοντας την πάγια αρχή, ότι η παρανομία δεν δημιουργεί δίκαιο, έχουμε από τη μια την ανθρωπιστική διάσταση της παρουσίας των παρανόμων κατά τη διεθνή έννομη τάξη Τούρκων εποίκων, και από την άλλη την ανθρωπιστική διάσταση του βίαιου εκτοπισμού των Ελληνοκυπρίων, νόμιμων ιδιοκτητών (βλέπε και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις υποθέσεις, Τιτίνα Λοϊζίδου v. Τουρκίας και Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας), από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Το ερώτημα που εγείρεται είναι, με ποια λογική θα πρέπει να ικανοποιηθεί το «ανθρωπιστικό πρόβλημα» των παρανόμων, έναντι του ανθρωπιστικού προβλήματος των νομίμων κατοίκων του κράτους;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δεδομένη, κατά τη διεθνή έννομη τάξη, ανάγκη για απομάκρυνση των Τούρκων εποίκων από την Κύπρο θα δημιουργήσει σ’ αυτούς κοινωνικά και ανθρώπινα προβλήματα. Την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών οφείλει να αντιμετωπίσει η Τουρκία, η οποία συνειδητά έχει χρησιμοποιήσει αυτούς τους ανθρώπους, για διάπραξη διεθνούς εγκλήματος. Σε κάθε περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των Τούρκων εποίκων, όντας το θύμα του διεθνούς εγκλήματος που έχει διαπραχθεί από την Τουρκία με τη χρησιμοποίησή τους.

Θα μπορούσε βέβαια το κράτος που θα προκύψει μέσα από τη συμφωνημένη λύση, αν και όταν επιτευχθεί, ασκώντας τα κυριαρχικά του δικαιώματα, να θελήσει να αντιμετωπίσει με κάποιο τρόπο τις περιπτώσεις εκείνες των Τούρκων εποίκων που θα δικαιολογούσαν, με βάση σαφή κριτήρια, ειδική ανθρωπιστική αντιμετώπιση. Σε καμιά όμως περίπτωση μια τέτοια παραχώρηση δεν θα ήταν νομικά και πολιτικά ορθό να γίνει πριν τη λύση, πολύ δε περισσότερο χωρίς την ουσιαστική άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει καθήκον να περιφρουρήσει την κυριαρχία της δικαιώματα και τα δικαιώματα του λαού της, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, έναντι της εγκληματικής συμπεριφοράς της Τουρκίας. Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το μικρό μέγεθος της Κύπρου είναι δυνατό να δικαιολογεί παρέκκλιση από τα ελάχιστα επίπεδα προστασίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή μη εφαρμογή στην περίπτωσή της των κανόνων της διεθνούς έννομης τάξης.

 

Νοέμβρης 2002

 

 

 

Στέλιος Θεοδούλου

Ανώτερος Δικηγόρος της Κυπριακής Δημοκρατίας,

Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου

για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *