Loading...
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΛΥΣΗΣ

Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως παράμετρος που επηρεάζει την επίλυση του κυπριακού και επηρεάζεται από αυτή.

Επηρεάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα τη λύση του κυπριακού ζητήματος; Επηρεάζει η λύση του κυπριακού ζητήματος τα ανθρώπινα δικαιώματα; Για να τοποθετηθεί ο προβληματισμός πάνω σε πραγματιστικό υπόβαθρο, είναι αναγκαίο να χαραχθούν τα πλαίσια μέσα στα οποία αναζητούνται οι απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που το θέμα εγείρει αφεαυτού. Προσωπικά διακρίνω τρεις παραμέτρους οι οποίες σκιαγραφούν με ικανοποιητική ασφάλεια και σαφήνεια τα πλαίσια της αναζήτησης:

α. Γενικό υποκείμενο του προβληματισμού είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, υπό την οποιαδήποτε παρούσα ή μέλλουσα πολιτειακή της δομή. Ένα σύγχρονο δηλαδή, δημοκρατικό κράτος το οποίο έχει κυρώσει το σύνολο σχεδόν των διεθνών κειμένων για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από τα οποία δεσμεύεται και, με βάση συγκεκριμένες πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, θα δεσμεύεται.

β. Ειδικό υποκείμενο του προβληματισμού είναι ο λαός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο επίπεδο πολιτισμού, απότοκο της μακράς πολιτισμικής του ταυτότητας, της θεσμικής και εθιμικής του παράδοσης και της μακραίωνης ιστορικής του πορείας.

γ. Προσδοκώμενη βραχυπρόθεσμη προοπτική του κυπριακού κράτους είναι η ένταξή του στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία όμως έχει τις δικές της, συγκριτικά αυστηρές και βιωματικά καθορισμένες προδιαγραφές στον τομέα της προάσπισης και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μέσα λοιπόν στα πλαίσια αυτά, που περιβάλλουν ένα πλέγμα νομικών, πολιτικών, ιστορικών και πολιτισμικών δεδομένων και εφαρμόζοντας κανόνες πειθαρχημένης εξισορρόπισης του θεωρητικά ορθού και του πολιτικά εφικτού, εξετάζεται η σχέση και η αλληλεπίδραση των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της λύσης του κυπριακού ζητήματος.

Γενικά

Η θεμελίωση των παραμέτρων του ανθρώπινου πολιτισμού δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στη λειτουργία, την εφαρμογή και το σεβασμό των κανόνων δικαίου. Όπως έλεγε ο Πλάτωνας, “πάν ό,τι τάξεως καί νόμου μετέχον εν πόλει άν γίγνηται, πάντα αγαθά απεργάζεται” (καθετί στην πόλη, αν γίνεται σύμφωνα με το νόμο και την τάξη, δημιουργεί όλα τα αγαθά).

Σαφώς ο Πλάτωνας αναφερόταν στα θεμελιακά αγαθά της ανθρώπινης φύσης, την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Στα προαπαιτούμενα για την απόκτηση και απόλαυση αυτών των αγαθών αναφέρεται και το προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: “Η αναγνώριση της αξιοπρέπειας και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων που ενυπάρχουν σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας αποτελεί θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο”.

Αυτή η οικουμενική και ενιαία θεώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών έχει δημιουργήσει ένα μη αναστρέψιμο πυρήνα κανόνων και οργάνων για τη διεθνή προστασία τους, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζονται στον τομέα της ενιαίας ερμηνείας, σημειολογικής τοποθέτησης και εφαρμογής τους.

Στο δικό μας γεωπολιτικό χώρο τα πράγματα εμφανίζονται σημαντικά καλύτερα. Για τις ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη σχηματιστεί το κοινό πλαίσιο αντίληψης και ερμηνείας των θεμάτων που σχετίζονται με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστικών σωμάτων ενισχύει συνεχώς τα θεμέλια της ενιαίας σε ερμηνεία και αντίληψη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου αλλά και των διαφόρων ομάδων ατόμων με συγκεκριμένη ταυτότητα ( εθνική, εθνοτική, θρησκευτική, φυλετική, κοινωνική κ.ά.).

Θα μπορούσε να πεί κάποιος ότι στον ευρωπαϊκό χώρο έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό η ενιαία σημασιολογική τοποθέτηση, ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών με την αναγωγή της προάσπισης τους σε θεσμικό και πραγματικό “κεκτημένο” για τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκτός από τα ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύονται σε επίπεδο ατόμων και ομάδων ατόμων, έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται με αυστηρότητα στις επικράτειες του συνόλου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τέσσερα βασικά γενικά δικαιώματα, ο σεβασμός και οι εφαρμογή των οποίων συνιστά υποχρέωση sine qua non για κάθε μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Πρόκειται για το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης προσώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών.

Πέρα βέβαια από το πλαίσιο προστασίας και σεβασμού των αμθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, συνεχίζεται εξελικτικά η κατοχύρωση του σεβασμού και της προάσπισής τους και στο ευρύτερο επίπεδο των Ηνωμένων Εθνών, έστω και αν οι μηχανισμοί διασφάλισης της προστασίας τους επιδέχονται στο χώρο αυτό πολύ περισότερες πολιτικές παρεμβάσεις.

Η σημερινή υπόσταση της Κύπρου

Επειδή πολλά λέγονται, ακούγονται και προτείνονται σήμερα από διάφορες πλευρές και επειδή διαπιστώνω κάποια σύγχιση, θεωρώ αναγκαίο να υπενθυμίσω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα ενιαίο, ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, με ένα λαό που συντίθεται από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους (άνκαι ο χαρακτηρισμός είναι νομικά και πολιτικά αδόκιμος) και μια καθορισμένη και αποδεκτή από το διεθνές δίκαιο εδαφική επικράτεια και μια αναγνωρισμένη και ελεγχόμενη από το διεθνές δίκαιο κυβερνητική οργάνωση, το οποίο ασκεί αυτόνομη κυριαρχία στο σύνολο της επικράτειάς του, και του οποίου μέρος της επικράτειας βρίσκεται κάτω από τη στρατιωτική κατοχή της Τουρκίας, μετά την εναντίον του επιδρομή της χώρας αυτής.

Αυτή είναι η νομικά και πολιτικά παραδεκτή πραγματικότητα με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και αυτό είναι το νομικοπολιτικό στίγμα του κράτους για το οποίο αναζητείται νέα πολιτειακή δομή.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Εξετάζοντας καταπόσο οι γενικά αποδεκτές αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να επηρεάσουν τη λύση του κυπριακού ζητήματος, σημειώνουμε ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην τέταρτη διακρατική προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας εμπεριέχει σοβαρά νομικά, αλλά και πολιτικά στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση.

Η απόφαση αυτή, μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Τιτίνας Λοιζίδου, συνιστά μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου και είναι δεσμευτική όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για όλες τις χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Με την απόφαση, πέραν από τη διαπίστωση της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία στην Κύπρο, έχουν παράλληλα υιοθετηθεί και αποφασιστεί κανόνες διεθνούς δικαίου οι οποίοι, δεδομένης της αξίας του δικαστικού οργάνου και της έκτασης εφαρμογής της απόφασης, μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), με οικουμενική εφαρμογή. Οι κανόνες αυτοί, οι οποίοι προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα από το κείμενο της απόφασης και επηρεάζουν τις παραμέτρους της αναζητούμενης λύσης, είναι οι ακόλουθοι:

  1. Δικαστική αναγνώριση της τουρκικής κατοχής. Όπως είναι γνωστό, η κατοχή εδαφών άλλης χώρας συνιστά από μόνη της επιδρομή (aggression), η οποία αποτελεί κατά το διεθνές δίκαιο, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η διαπίστωση επιδρομικής ενέργειας (act of aggression) μπορεί να ενεργοποιήσει το Μέρος VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, για επιβολή κυρώσεων κατά της χώρας που διαπράττει την επιδρομή. Παράλληλα, μπορεί να συσταθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας «ειδικό» (ad hoc) διεθνές ποινικό δικαστήριο, για την εκδίκαση των πράξεων που συνιστούν επιδρομή. Η διαπίστωση αυτή καθορίζει βεβαια και την επιβαλλόμενη θέση της κυπριακής πολιτείας έναντι στα τουρκικά στρατεύματα που βρίσκονται στην Κύπρο.
  2. Δικαστική επιβεβαίωση της ανυπαρξίας οποιουδήποτε μορφώματος στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου με οποιασδήποτε μορφής κρατική υπόσταση ή εξουσία. Απόλυτα υπεύθυνη για πράξεις, παραλείψεις και αποφάσεις στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου είναι η Τουρκία. Κατά συνέπεια, είναι λανθασμένη η αντίληψη περί ύπαρξης «καθεστώτος Ντενκτάς» ή η αναφορά έστω σε de facto θεσμούς και όργανα στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου που μόνο ένα κράτος μπορεί να διαθέτει.
  3. Δικαστική επιβεβαίωση του νομικοπολιτικής σημασίας γεγονότος, ότι η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να εκτείνεται σε ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου, περιλαμβανομένων και των κατεχομένων περιοχών. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, τόσο αναφορικά με την πορεία για ένταξη ολόκληρης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και για την δημιουργία και διατήρηση ισχυρών αντιστάσεων έναντι κάποιων «έντεχνων» υποβολών περί αναγκαιότητας αναγνώρισης κρατικού μορφώματος στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου.
  4. Δικαστική επιβεβαίωση του δικαιώματος των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων στην ειρηνική απόλαυση της κατοικίας και περιουσίας τους και, φυσικά, της ελεύθερης πρόσβασης σ’ αυτή. Η γενίκευση του ευρήματος του Δικαστηρίου σε όλους τους Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους καθιστά παράνομη κάθε επέμβαση στις κατοικίες και τις περιουσίες τους χωρίς τη δική τους ελεύθερη βούληση. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι, το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αφορά μόνο στην επιστροφή των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, αλλά καλύπτει κάθε Κύπριο πολίτη.

Ανεξάρτητα λοιπόν από οποιεσδήποτε προτάσεις, αποφάσεις, σχέδια, πιθανές δεσμεύσεις, δεν είναι λογικά δυνατό να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε λύση στο κυπριακό, η οποία δεν θα διασφαλίζει αποτελεσματικά και πραγματικά το σεβασμό και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών κάθε Κυπρίου, στο βαθμό και την έκταση που τα δικαιώματα αυτά αναγνωρίζονται και προστατεύονται στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Πρέπει να είναι αυτονόητο ότι, οποιεσδήποτε συμφωνίες έχουν γίνει μέχρι σήμερα από την κυπριακή κυβέρνηση, τελούν υπό την αδιαπραγμάτευτη αίρεση της ερμηνείας και εφαρμογής τους μέσα στα πλαίσια του σεβασμού και της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Προϋποθέσεις

Έχοντας λοιπόν υπόψη τις αρχές της σύγχρονης νομιμότητας, η κυπριακή πολιτεία μπορεί να τοποθετήσει τις προτάσεις της για επίτευξη δίκαιης, προ πάντων όμως βιώσιμης λύσης, μέσα στο πλαίσιο που σκιαγραφούν οι ακόλουθες θέσεις, χωρίς να μειώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η σημασία του συνόλου των δικαιωμάτων:

α. Πλήρης και ανεπιφύλακτη πρακτική αναγνώριση και εφαρμογή της έννοιας της «δημοκρατικής αρχής».

β. Ακραίο όριο περιορισμού στην απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αν τέτοιος περιορισμός είναι πολιτικά αναπόφευκτος, είναι οι ανάγκες «μιας δημοκρατικής κοινωνίας», όπως ο όρος αυτός είναι αντιληπτός και ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

γ. Σε περίπτωση που με τη λύση θα εγκαθιδρυθεί πολιτειακό σχήμα άλλο από αυτό του ενιαίου κράτους, η ευθύνη για τη θεσμική, διοικητική και πρακτική διασφάλιση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημιουργίας και λειτουργίας μηχανισμών για αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε παραβίασής τους θα ανήκει απαραίτητα στον κεντρικό φορέα εξουσίας, ο οποίος θα είναι και υπόλογος για την εφαρμογή των σχετικών διεθνών υποχρεώσεων του κράτους. Υποκείμενο των δικαιωμάτων και ελευθεριών που θα διασφαλίζονται από το κυπριακό σύνταγμα πρέπει να είναι κάθε πολίτης ως τέτοιος και όχι ως μέλος της μιας ή της άλλης κοινότητας ή ομάδας πολιτών.

δ. Διασφάλιση με αποτελεσματικά θεσμικά, διοικητικά και πρακτικά μέτρα, σε ολόκληρη την επικράτεια του κυπριακού κράτους, χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, βασισμένης σε ενιαίο δικονομικό και ερμηνευτικό υπόβαθρο, μέσα στα πλαίσια που υιοθετεί και αποδέχεται το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση.

ε. Αποτελεσματική πρακτική προστασία της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης θρησκείας και έκφρασης και πρακτική διασφάλιση του δικαιώματος εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες και εργασίας για όλους τους πολίτες και σε οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή του κυπριακού κράτους.

στ. Πρακτική διασφάλιση του δικαιώματος για ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση σε ολόκληρη την επικράτεια του κυπριακού κράτους για όλους τους πολίτες του, χωρίς προϋποθέσεις, περιορισμούς και ελέγχους.

ζ. Δημιουργία αποτελεσματικών θεσμικών, διοικητικών και πρακτικών μηχανισμών για αποκλεισμό κάθε μορφής διάκρισης, βασισμένης σε οποιοδήποτε χαρακτηριστικό του ατόμου, με ιδιαίτερη αναφορά σε διακρίσεις βασισμένες στη φυλή, τη θρησκεία και την εθνική καταγωγή.

η. Αποκατάσταση του προ της τουρκικής εισβολής ιδιοκτησιακού καθεστώτος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στις κατεχόμενες σήμερα από την Τουρκία περιοχές της Κύπρου και προστασία του δικαιώματος για απόκτηση, κατοχή, διαχείριση, απόλαυση και διάθεση περιουσίας οπουδήποτε στην Κύπρο. Πρακτική εφαρμογή ενιαίου πλαισίου θεσμικών, διοικητικών και πρακτικών διαδικασιών σε ολόκληρη την επικράτεια του κυπριακού κράτους, για σκοπούς απαλλοτρίωσης ή επίταξης ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας και δημιουργία μηχανισμών ελέγχου της εφαρμογής των διαδικασιών αυτών. Αποκλεισμός μαζικής απαλλοτρίωσης ή με οποιοδήποτε άλλο «νόμιμο» τρόπο στέρησης της ακίνητης περιουσίας από πολίτες του κυπριακού κράτους σε συγκεκριμμένη γεωγραφική περιοχή, για σκοπούς εφαρμογής της λύσης που δυνατό να επιτευχθεί.

θ. Αποτελεσματική διασφάλιση του δικαιώματος της συμμετοχής κάθε πολίτη του κυπριακού κράτους στη διακυβέρνηση της χώρας, με ιδιαίτερη αναφορά στην αποτελεσματική διασφάλιση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε οποιοδήποτε αιρετό σώμα που λειτουργεί νόμιμα στη χώρα.

ι. Αποτελεσματική θεσμική, διοικητική και πρακτική διασφάλιση της αρχής της ισότητας όλων των πολιτών του κυπριακού κράτους απέναντι στο νόμο, τη δικαιοσύνη και τη διοίκηση, κρατική, ημικρατική, τοπική ή άλλη.

Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνεται σταθερά πάνω σε ερείσματα όχι απλά αποδεκτά, αλλά συμβατικά υποχρεωτικά μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής, αλλά και της παγκόσμιας νομιμότητας, η δε επίκληση και προβολή του, με συνέπεια και σταθερότητα, δεν θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως άρνητική στάση έναντι της προσπάθειας για επίτευξη λύσης.

 

 

Οι κίνδυνοι

Απομένει να εξετάσω καταπόσο η λύση που θα επιτευχθεί στο κυπριακό ζήτημα μπορεί να επηρεάζει, σε απαράδεκτα σοβαρό βαθμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες των Κυπρίων. Για να παραμείνουμε σε πραγματιστικό πλαίσιο, θα εξετάσω, μάλλον επιγραμματικά, τις διάφορες παραμέτρους μιας λύσης όπως αυτές προτείνονται από διάφορες πλευρές, ακόμα και από τα Ηνωμένα Έθνη.

α. Η πλασματική δημιουργία γεωγραφικών περιοχών, σε κάθε μια από τις οποίες θα πρέπει οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι να αποτελούν αντίστοιχα πλειοψηφία, παραβιάζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και είναι αντίθετη με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Παράλληλα, μια τέτοια ρύθμιση διακόπτει με βίαιο τρόπο την ιστορική, πολιτισμική και κοινωνική συνέχεια του κυπριακού λαού.

β. Η ενδεχόμενη παρεμπόδιση της διακίνησης, εγκατάστασης, απόκτησης περιουσίας και εργασίας Κυπρίου σε οποιαδήποτε από τις περιοχές που δυνατό να αποτελέσουν ομοσπονδιακές μονάδες, η οποία θα στηρίζεται σε φυλετικά, εθνικά ή θρησκευτικά κριτήρια παραβιάζει σοβαρά ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες.

γ. Η άμεση ή έμμεση στέρηση από οποιοδήποτε Κύπριο του δικαιώματος να εκλέγει τους άρχοντες που τον διοικούν και να θέτει υποψηφιότητα για εκλογή του στα συλλογικά όργανα διοίκησης της γεωγραφικής περιοχής στην οποία διαμένει, συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

δ. Η υποχρεωτική αποστέρηση από Κύπριους πολίτες των περιουσιακών στοιχείων που κατείχαν πριν την τουρκική εισβολή, έστω και με καταβολή αποζημιώσεων, συνιστά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών, αν δεν στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση των νομίμων ιδιοκτητών της περιουσίας.

ε. Η διαιώνιση του σοβαρού οικολογικού προβλήματος που έχει δημιουργηθεί με το βίαιο ξεριζωμό του Κύπριου από τη γη του και τη διακοπή της πολιτισμικής του συνέχειας καθώς και με την ανατροπή του ενιαίου του κυπριακού χώρου συνιστά παραβίαση των αρχών και ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στην έννοια του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

στ. Η συνέχιση της τεχνητής αλλοίωσης της δημογραφικής δομής του κυπριακού λαού σε περίπτωση παραμονής στην Κύπρο των εποίκων που η Τουρκία, ως κατέχουσα δύναμη, έχει μεταφέρει στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή παραβίαση συγκεκριμμένων ρητών και αυστηρών προνοιών του διεθνούς δικαίου.

Συμπεράσματα

Είναι προφανές από όσα έχουν εκτεθεί ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες του ατόμου διαδραματίζουν και πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη λύση του κυπριακού ζητήματος. Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των Κυπρίων να αποτελούν το κύριο ζήτημα σε οποιαδήποτε φάση οποιωνδήποτε συνομιλιών ή μεσολαβήσεων για επίλυση του κυπριακού.

Το σημαντικό στοιχείο στην εξέταση του όλου θέματος είναι το γεγονός ότι μόνο εμείς μπορούμε να διασφαλίσουμε την περίληψη των θετικών και την απάλειψη των αρνητικών παραμέτρων που έχουν προαναφερθεί από τη λύση του κυπριακού. Με άλλα λόγια, αυτό που θα αποφασιστεί και θα υπογραφεί ως λύση θα είναι και αυτό που θα ισχύει. Κανένας διεθνής οργανισμός και καμιά χώρα δεν θα διαμαρτυρηθεί γιατί οι Κύπριοι έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους υπόλοιπους ανθρώπους του πλανήτη μας, αφού οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν αποδεχθεί να συνεχίσουν την ιστορική τους πορεία ως λαός δεύτερης κατηγορίας.

Το ακόμα πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, αν η ενδεχόμενη παρέκκλιση από τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι τέτοια που να μην επηρεάζει την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε τα ελλείματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θα ενυπάρχουν στη νέα πολιτειακή δομή της Κύπρου θα ματατραπούν σε ευρωπαϊκό κεκτημένο, αφού θα συγχωνευτούν στη συνθήκη προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

θα επαναλάμβανα αντί άλλης κατάληξης τα λόγια του Θουκυδίδη: “Μάλλον πεφόβημαι τας οικείας ημών αμαρτίας ή τας των εναντίων διανοίας” (περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας λάθη παρά τις προθέσεις των εχθρών μας). Την ίδια άποψη έχει εκφράσει και η κρητική λαϊκή  σοφία με την ακόλουθη μαντινάδα:

Την τύχη του κάθε λαός τη φτιάχνει μοναχός του

κι όσα του φέρν’ η τρέλλα του δεν του τα κάνει οχτρός του!

Ας μου επιτραπεί να τελειώσω με ένα αγαπημένο μου ινδιάνικο ρητό, το οποίο εισηγούμαι ότι πρέπει να αποτελεί το υπόβαθρο της σκέψης των πολιτικών ηγετών μας: Τη γη δεν την έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας, αλλά την έχουμε δανειστεί από τα παιδιά μας“. Ας είμαστε λοιπόν σε θέση να εξοφλήσουμε την οφειλή μας προς τα παιδιά μας.

9 Φεβρουαρίου 2002

 

 

Εισήγηση στην επιστημονική ημερίδα του ΚΥΚΕΜ με γενικό θέμα, «το κυπριακό σε νέα τροχιά: Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες», 9.2.2002.

 

 

Στέλιος Θεοδούλου

Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος Παγκύπριου Συνδέσμου

για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *