Loading...
ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

ΥΠΑΡΚΤΟΙ ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΛΟΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ

ΕΝΕΧΕΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

ΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΤΟ ΑΜΕΣΟ Ή ΑΠΩΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στο χώρο της Ανατολικής Ευρώπης έχουν δημιουργήσει μια νέα δυναμική ερμηνείας και διαμόρφωσης του διεθνούς δικαίου, τόσο στον τομέα των νομικών αρχών σύστασης/διάλυσης ενός κράτους όσο και στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η νέα αυτή δυναμική έχει διαμορφωθεί μέσα από τη συνισταμένη δύο άσχετων (και ίσως αντιθέτων) μεταξύ τους τάσεων, δηλαδή:

α) της εμφάνισης της υποβόσκουσας χωριστικής ροπής των διαφόρων εθνικών/εθνοτικών ομάδων που συνυπήρχαν σε ένα κράτος, συνενωμένες κάτω από ένα καθεστώς που δεν πέτυχε πολιτικά και πρακτικά να τις ενσωματώσει σε μια αδιαίρετη κοινότητα συμφερόντων και προσδοκιών (εθνικών, κοινωνικών, πολιτικών) και να τις πείσει για το ενιαίο και αδιαίρετο της ταυτότητάς τους, και

β) της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των πρωταγωνιστικών δυνάμεων της διεθνούς πολιτικής, οι οποίες δεν ήσαν διατεθειμένες να ανεχθούν διαμόρφωση του γεωπολιτικού χάρτη της Ευρώπης με τρόπο που δεν θα βρισκόταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους.

Μετά λοιπόν τη διάλυση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και τις ισχυρές χωριστικές κινήσεις σε πρώην ανατολικές χώρες, τα κέντρα της δυτικής πολιτικής διαπίστωσαν ότι η αποδοχή της μη ελεγχόμενης ικανοποίησης των ανατολικοευρωπαϊκών εθνικισμών ενείχε μια σημαντική ανατάραξη ισορροπιών, που θα έθετε σε άμεση σοβαρή αμφισβήτηση το γενικότερο ευρωπαϊκό status quo, το οποίο εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τις τοπικές και απομονωμένες διαμάχες εθνικής/εθνοτικής επικράτησης. Ήταν εξάλλου πρόδηλο ότι το αποτέλεσμα της διαμάχης θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην άσκηση υπερβολικής βίας και τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών στα όρια της Ευρώπης, με ενδεχόμενη δημιουργία σοβαρού προσφυγικού προβλήματος που θα επενεργούσε αρνητικά στις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών, που ήδη αντιμετώπιζαν στην πλειονότητά τους αρκετά προβλήματα.

Η δυναμική επιβολή λύσεων με τη χρήση στρατιωτικής βίας δεν θεωρήθηκε στο στάδιο εκείνο ως γενικά πρόσφορη μέθοδος επίλυσης των προβλημάτων γιατί, ανεξάρτητα από το αν η μέθοδος αυτή θα ήταν εφικτή κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις (με την ύπαρξη πολλών μετώπων και κάτω από την πίεση του “πολιτικού κόστους” λόγω του ελέγχου που ασκούν οι δημοκρατικές διαδικασίες στις πρωταγωνιστικές χώρες), είναι κατανοητό ότι η επιβολή μιας λύσης με στρατιωτικά μέσα δεν έχει τη δυνατότητα να ρυθμίσει προβλήματα συμβίωσης ανθρωπίνων ομάδων. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η εξωτερική βίαιη επιβολή λύσεων μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά το πρόβλημα παραμένει και υποβόσκει μέχρι να εμφανιστεί, κατά κανόνα δριμύτερο, μόλις ο φόβος ή η απειλή εκλείψει ή υποβαθμιστεί.

Με βάση τα δεδομένα που προαναφέρθηκαν η διεθνής διπλωματία ανέλαβε δράση και, λαμβάνοντας υπόψη τις ανθρώπινες αδυναμίες και κυρίως τα ανθρώπινα πάθη των εμπλεκομένων εθνικών/εθνοτικών ομάδων, κατάφερε να μειώσει (επιφανειακά πάντα) την ένταση των αντιπαραθέσεων με τη χρήση των διαδικασιών της “πειθούς”, ανάμικτης φυσικά με στοιχεία έμμεσης απειλής, μέσα από διμερείς και πολυμερείς επαφές, ενταγμένες κατά κανόνα κάτω από τη σκέπη διεθνών και περιφερειακών οργανισμών. Στα πλαίσια αυτά δεν ήταν δύσκολο να υιοθετηθεί σε κάποια έκταση, χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό κόστος, η απειλή και η χρήση στρατιωτικής βίας, αφού η ευθύνη για την άσκησή της μεταφέρθηκε στους ώμους του απρόσωπου διεθνούς οργανισμού, των Ηνωμένων Εθνών. Θα πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι το δίκαιο των διαφόρων αιτημάτων των εθνικών/εθνοτικών ομάδων δεν ήταν ανάμεσα στα βασικά κριτήρια του πλαισίου των διαπραγματεύσεων, ενώ σαφώς υποβοηθητικός για τη διεθνή διπλωματία ήταν ο ρόλος “ελεγχόμενων” παραγόντων και προσωπικοτήτων από τις ίδιες τις ομάδες, οι οποίοι είχαν “πεισθεί” για το ατελέσφορο οποιασδήποτε προσπάθειας για προβολή επιχειρημάτων και θέσεων βασισμένων σε αρχές δικαίου. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι η μέθοδος αυτή είναι συνήθως πιο αποτελεσματική από την ίδια τη διπλωματική προσπάθεια.

Είναι αναγκαίο πάντως να σημειωθεί ότι ολόκληρη η προσπάθεια  των δυτικών δυνάμεων για επίλυση των προβλημάτων, κυρίως της Γιουγκοσλαβίας, τοποθετήθηκε μέσα στα πραγματικά ή τεχνητά πλαίσια του διεθνούς δικαίου. Η ένταξη της πολιτικής των Αμερικανών και της Ευρώπης (ακόμα και της από μέρους τους άσκησης στρατιωτικής βίας) μέσα στο πλέγμα της διεθνούς έννομης τάξης πρόσφερε το απαραίτητο λογικό υπόβαθρο για την επίτευξη “συμφωνημένης” λύσης, που θα ικανοποιούσε (στο επίπεδο αιτιολόγησης) όλους τους ενδιαφερομένους.

Β. ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

           Εκ πρώτης όψεως το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το γενικό διεθνές δίκαιο (jus cogens) συνιστά έγκυρη και κατά κανόνα επιθυμητή βάση για επίλυση διεθνών ή έστω τοπικών προβλημάτων, στα οποία ενυπάρχει το στοιχείο της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η συνεχής διαμόρφωση του διεθνούς δικαίου και κυρίως η ερμηνευτική του προσέγγιση από τα δικαστικά ή οιωνεί δικαστικά όργανα διεθνών οργανισμών προσφέρει ασφαλές υπόβαθρο νομιμότητας και δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στη διαμόρφωση του τομέα της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, όπου η αποκατάσταση και η προάσπιση της νομιμότητας και της δικαιοσύνης αποκτά μέρα με τη μέρα πιο συγκεκριμένη, πιο ενιαία και πιο αυστηρή μορφή.

Για τις ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη σχηματιστεί το πλαίσιο αντίληψης και ερμηνείας των θεμάτων που σχετίζονται με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών. Η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστικών σωμάτων και οι αποφάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενισχύουν συνεχώς τα θεμέλια της ενιαίας σε ερμηνεία και αντίληψη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου αλλά και των διαφόρων ομάδων ατόμων με συγκεκριμένη ταυτότητα ( εθνική, εθνοτική, θρησκευτική, φυλετική, κοινωνική κ.ά.).

Λογικά λοιπόν κάθε παρέμβαση της διεθνούς διπλωματίας που θα στηρίζεται στις αρχές του διεθνούς δικαίου θα πρέπει να θεωρείται ότι προάγει τη δικαιοσύνη και υπηρετεί τη διεθνή έννομη τάξη. Αναφέρω ότι “θα έπρεπε”, γιατί η πραγματικότητα διαφέρει σημαντικά από τη θεωρία.

Η διεθνής διπλωματία έχει “κατασκευάσει” μεθόδους με βάση τις οποίες οι παρεμβάσεις της στηρίζονται φαινομενικά στις αρχές του διεθνούς δικαίου, αλλά στην πράξη ρυθμίζουν τις εξελίξεις με βάση τα γεωπολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα των ισχυρών δυτικών χωρών. Η μέθοδος αυτή έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα με επιτυχία, η οποία στηρίζεται κυρίως στον επαγγελματισμό των δυτικών διπλωματών που αναλαμβάνουν να την επιβάλουν, αλλά και στην άγνοια, την αφέλεια και την έλλειψη μνήμης των ιδίων των ενδιαφερομένων.

Οι παράμετροι της μεθόδου των δυτικών διπλωματών στηρίζεται σε κάποιες σταθερές πρακτικές οι οποίες συναντώνται σε κάθε μια από τις περιπτώσεις παρέμβασής τους για επίλυση προβλημάτων, ίσως με μικρές και επουσιώδεις διαφοροποιήσεις, που εντοπίζονται στη στρατηγική μάλλον παρά στην ουσία. Σε γενικές γραμμές τα στοιχεία που συνθέτουν τη μέθοδο αυτή μπορούν να ταξινομηθούν επιγραμματικά ως ακολούθως:

α) Δημιουργία ή εκμετάλλευση κρίσης.

β) Σταδιακή επιβολή ή υποστήριξη δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων (τα οποία να θέτουν φυσικά τα θεμέλια για την τελική διαμόρφωση της εδαφικής, πληθυσμιακής και πολιτικής μορφής της λύσης που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών εργοδοτών τους).

γ) Χρονική παράταση της κρίσης με περιοδικές εξάρσεις περιστατικών ένοπλης βίας.

δ) Συνεχής, συστηματική και μεθοδική προβολή της ανάγκης για επίλυση του προβλήματος με οποιοδήποτε τρόπο, για αποφυγή χειρότερων δεινών.

ε) Δυναμική παρέμβαση στον κατάλληλο χρόνο και ανάληψη της πρωτοβουλίας για αναζήτηση λύσης, με προβολή και επιβολή περιορισμένων επιλογών, διαδικαστικών και ουσιαστικών.

στ) Προσεκτική επιλογή της βάσης του προβλήματος η οποία θα αναδειχθεί μέσα από τις διαβουλεύσεις, ώστε η μόνη λύση που να είναι δυνατό να “κτιστεί” πάνω σ΄ αυτή τη βάση να είναι εκείνη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εργοδοτών τους (κατά κανόνα η βάση αυτή έχει ήδη αναδειχτεί ως το χρονικό σημείο το οποίο θα αποτελέσει το βασικό status quo από όπου θα αρχίζουν να εφαρμόζονται οποιαδήποτε νομικοπολιτικά κριτήρια για επίτευξη “δίκαιης” λύσης).

 

Γ. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ,

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗΣ

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

           Με την εμφάνιση των διαλυτικών τάσεων στην πολιτειακή οργάνωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης οι δυτικοί μηχανισμοί, άνκαι εμφανίστηκαν ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις αλυσιδωτές επιπτώσεις, είχαν έγκαιρα αντιληφθεί ότι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των πολιτικών ανακατατάξεων ήταν η τύχη των διαφόρων εθνικών/εθνοτικών ομάδων που κατοικούσαν στις πρώην ανατολικές χώρες. Και ενώ οι προβλεπόμενες προοπτικές περιορίζονταν στην επιβολή της προστασίας των μειονοτήτων, η Δύση και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα) βρέθηκε αναπάντεχα μπροστά στο ενδεχόμενο διάλυσης σημαντικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης.

Η αρχική πολιτική θέση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη γιουγκοσλαβική κρίση κατευθυνόταν σταθερά προς την αποφυγή της διάλυσης και τη διατήρηση (ίσως και περιφρούρηση) της εδαφικής ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας. Η πολιτική αυτή θέση στηριζόταν στις αρχές του διεθνούς δικαίου και διατηρήθηκε μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 1991, οπότε οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιμαχόμενες ομάδες του πληθυσμού της Γιουγκοσλαβίας πήραν μεγάλες διαστάσεις. Τότε η πολιτική θέση της Ευρώπης διαφοροποιήθηκε και σε ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας της 10ης Ιουλίου 1991 γίνεται για πρώτη φορά μνεία του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών των διαφόρων ομόσπονδων κρατιδίων. Και αυτή η πολιτική θέση της Ευρώπης στηριζόταν σε αρχές του διεθνούς δικαίου!

Αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά τη διαμόρφωση της νέας πολιτικής της θέσης, η Ευρώπη θεωρούσε το καθ’ όλα νόμιμο ομοσπονδιακό κράτος της Γιουγκοσλαβίας ως περίπου ανύπαρκτο νομικά, πολιτικά και πραγματικά, αφού είχε υιοθετήσει πολιτική αυτονόμησης των συστατικών του κρατιδίων. Έτσι έχουμε προώθηση της ιδέας ότι τα συστατικά κρατίδια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας αποτελούν πια χωριστά υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. Ως αποτέλεσμα, η καθ’ όλα νόμιμη για τη Γιουγκοσλαβία χρήση βίας εναντίον της Κροατίας, για σκοπούς εσωτερικής αστυνόμευσης για τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, θεωρήθηκε από την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία ως παράνομη χρήση βίας εναντίον άλλου κράτους, ανάγοντάς την σε διεθνώς παράνομη πράξη (διακήρυξη της Ε.Π.Σ. της 27ης Αυγούστου 1991 που καλεί την ομοσπονδιακή προεδρία της Γιουγκοσλαβίας, “… to put an immediate end to this illegal use of force under its command).

Στις 27 Αυγούστου 1991 η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία συστήνει μια Επιτροπή Διαιτησίας υπό τον Πρόεδρο του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, Robert Badinter (the Badinter Arbitration Committee), η οποία εξέδωσε δέκα συνολικά γνωμοδοτήσεις αναφορικά με τη διάλυση, σύσταση και αναγνώριση κράτους. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να αναφέρουμε, έστω και επιγραμματικά, κάποιες παραμέτρους των γνωμοδοτήσεων αυτών, κυρίως της πρώτης και δεύτερης, που φαίνεται να έχουν σημαντική, άμεση ή έμμεση, σχέση με την πιθανή πορεία των προσπαθειών για επίλυση του κυπριακού (Χρήστος Ροζάκης, “Η Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε μια Μεταβαλλόμενη Ευρώπη”, Αθήνα, Σάκουλας,1994):

  1. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η ύπαρξη ή η εξαφάνιση ενός κράτους είναι ζήτημα πραγματικό, η δε αναγνώριση από τρίτα κράτη έχει διαπιστωτικό και μόνο αποτέλεσμα.
  2. Ως κράτος θεωρείται μια οντότητα η οποία αποτελείται από ένα έδαφος και ένα πληθυσμό, που υπόκεινται σε μια οργανωμένη πολιτική εξουσία. Ένα τέτοιο κράτος χαρακτηρίζεται από κυριαρχία.
  3. Η μορφή της εσωτερικής πολιτικής οργάνωσης και οι συνταγματικές διατάξεις είναι απλά πραγματικά περιστατικά, που όμως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να γίνει αντιληπτή η πραγματική άσκηση εξουσίας μιας κυβέρνησης πάνω στον πληθυσμό και το έδαφός του.
  4. Στην περίπτωση ενός ομοσπονδιακού κράτους, η ύπαρξή του προϋποθέτει ότι τα ομοσπονδιακά όργανα αντιπροσωπεύουν τα συστατικά τμήματα (κρατίδια) της ομοσπονδίας και ασκούν αποτελεσματική εξουσία πάνω σ’ αυτά.
  5. Η έννοια της “διαδοχής κράτους” σημαίνει την υποκατάσταση ενός κράτους από ένα άλλο στην ευθύνη για τις διεθνείς σχέσεις του εδάφους. Αυτό συμβαίνει οποτεδήποτε υπάρχει μια μεταβολή στο έδαφος του κράτους. Τα ενδιαφερόμενα κράτη είναι ελεύθερα να ρυθμίσουν τους όρους της διαδοχής με συμφωνία.
  6. Όλα τα εξωτερικά σύνορα θα πρέπει να απολαμβάνουν της αρχής του απαραβίαστου των συνόρων, όπως καθορίζεται στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, την Τελική Πράξη του Ελσίνκι και άλλα διεθνή κείμενα.
  7. Τα πρώην (εσωτερικά) σύνορα μεταβάλλονται σε διεθνή σύνορα προστατευόμενα από το διεθνές δίκαιο, εκτός αν υπάρξει ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνία περί του αντιθέτου. Εφαρμόζεται δηλαδή η γνωστή αρχή uti possidetis juris, όπως έχει υιοθετηθεί από το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση Burkina Faso V. Mali [(1986) ICJ Reports 554, at 565].
  8. Αν και η αναγνώριση κράτους από άλλα κράτη έχει διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα, ωστόσο οι αναγνωρίσεις και η συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς φανερώνουν ότι τα κράτη της διεθνούς κοινότητας έχουν σχηματίσει την πεποίθηση πως το νέο κράτος είναι μια πραγματικότητα που συνεπάγεται ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις για το διεθνές δίκαιο.

           Το σημαντικό συμπέρασμα των νομικών και πολιτικών ρυθμίσεων στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας είναι ότι η Ευρώπη, όχι μόνο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κράτους από την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, αλλά στην ουσία εγκατέλειψε την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και κατευθύνθηκε προς την ιδέα της “συντεταγμένης αναδιάταξης” του γεωγραφικού και γεωπολιτικού χώρου, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση πολιτικής ρευστότητας.

Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η συνεχώς προβαλλόμενη από την Ευρώπη ευαισθησία για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών επικεντρώθηκε στη δημιουργία θεσμών και μηχανισμών για την προστασία αυτή στα εδαφικά όρια των νεοσυσταθέντων κρατιδίων, ενώ απουσίασε παντελώς στο επίπεδο του διαλυόμενου κράτους, αφού ο λαός και το έδαφος του προηγούμενου κράτους της Γιουγκοσλαβίας θεωρήθηκαν ότι αποτέλεσαν τους λαούς και τα εδάφη των νέων κρατών.

 

Δ. ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

           Είναι φανερό από όσα έχουν εκτεθεί ότι το βασικό κριτήριο για τη διαμόρφωση των λύσεων που έχουν δοθεί στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν οι καθιερωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου. Θα μπορούσε, πιο σωστά, να λεχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε προσδώσει στο διεθνές δίκαιο τέτοια ελαστικότητα, ώστε να μπορεί να καλύψει με το κύρος της γενικής αποδοχής του τα “σενάρια” που κρίνονταν ως πολιτικά επιθυμητά στην κάθε περίπτωση. Καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης της πολιτικής της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών (των δύο πόλων της πρωτοβουλίας για επίλυση και του κυπριακού) ήταν, από τη μια η αδυναμία πλήρους ελέγχου των εκτεταμένων στρατιωτικών συγκρούσεων και από την άλλη η ανάγκη για μια λύση, της οποίας οι γεωπολιτικές παράμετροι θα υπηρετούσαν την άποψη των δυνάμεων αυτών περί “σταθερότητας” στο νευραλγικό ευρωπαϊκό χώρο. Είναι επίσης φανερό ότι η όλη διαδικασία είχε πρακτικά κινηθεί πάνω σε δυο άξονες:

α) Τον αποκλεισμό της χρήσης “εύλογης” βίας από τις μέχρι τότε αναγνωρισμένες κρατικές αρχές του γιουγκοσλαβικού κράτους, ακόμα και για την επιβολή του νόμου και της τάξης στην επικράτεια του κράτους, στα πλαίσια της αρχής της διαφύλαξης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

β) Τη συμφωνία όλων των ενδιαφερομένων μερών, η οποία εξασφαλίστηκε από άλλους αυτόβουλα και από άλλους με την απειλή ή τη χρήση στρατιωτικής βίας από τις “ειρηνευτικές” δυνάμεις της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Έχοντας υπόψη το πολιτικό και νομικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας και εξετάζοντας την ιστορική, πολιτική και πρακτική εξέλιξη της πορείας του κυπριακού ζητήματος, μπορούμε να επιχειρήσουμε μια ανάλυση των προοπτικών επίλυσής του, βασισμένοι στα γνωστά δεδομένα και τις διακηρυγμένες διεκδικήσεις.

Όσο κι αν ηχεί παράδοξο, θεωρώ αναγκαίο να υπενθυμίσω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα ενιαίο, ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, μέλος των Ηνωμένων Εθνών, με ένα λαό που συντίθεται από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους (άνκαι ο χαρακτηρισμός είναι νομικά αδόκιμος) και μια καθορισμένη και αποδεκτή από το διεθνές δίκαιο εδαφική επικράτεια και μια αναγνωρισμένη και ελεγχόμενη από το διεθνές δίκαιο κυβερνητική οργάνωση. Αυτή είναι η νομικά και (μέχρις στιγμής τουλάχιστον) πολιτικά παραδεκτή πραγματικότητα και αυτή την πραγματικότητα θα έπρεπε να είχε ως αφετηρία κάθε ενέργεια (περισότερο ή λιγότερο σημαντική) της κυπριακής ηγεσίας προς την κατεύθυνση επίτευξης λύσης στο κυπριακό ζήτημα, αλλά και κατά την καθημερινή άσκηση της κυβερνητικής δραστηριότητας.

 

  1. Πολιτική αναγνώριση

χωριστής κρατικής υπόστασης

Εξετάζοντας τις διάφορες φάσεις του κυπριακού ζητήματος διαπιστώνουμε με απογοήτευση ότι, η μεν κυπριακή Πολιτεία έχει αποφύγει ή αποτύχει να στηρίξει την πολιτική και συμπεριφορά της πάνω στην πολύ σαφή, νομικά ορθή και πολιτικά αποδεκτή βάση που έχω προαναφέρει, η δε τουρκική διπλωματία έχει καταφέρει (με τη βοήθεια και συμπαράσταση των συμμάχων της) να “περάσει” σταδιακά την άποψη της ύπαρξης δύο χωριστών κρατικών μορφωμάτων στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενώ οι επίσημοι της Κυπριακής Δημοκρατίας “αναμασούν” με καταφανή ικανοποίηση το επιχείρημα της μη αναγνώρισης του παράνομου (και ανύπαρκτου) τουρκοκυπριακού κρατικού μορφώματος από οποιαδήποτε ξένη χώρα πλην της Τουρκίας, όλες οι χώρες, ακόμα και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν καθιερώσει την πολιτική της ύπαρξης “δύο πλευρών” με παράλληλη άσκηση κρατικής εξουσίας στην Κύπρο, στηριγμένης μάλιστα στην έκφραση της “λαϊκής κυριαρχίας” μέσω των λεγόμενων “εκλογών” για την ανάδειξη των αιρετών “αξιωματούχων” του τουρκοκυπριακού “κρατικού” μορφώματος.

Σοβαρή και αντικειμενική ανάλυση των εκθέσεων του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για τα ανθρώπινα δικαιώματα ανά το παγκόσμιο αποδεικνύει ότι, παρά τη μη αναγνώριση της λεγόμενης “Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου”, αναγνωρίζει την de facto ύπαρξή της και σχολιάζει ακόμα τον τρόπο άσκησης κυβερνητικής εξουσίας από τα κατοχικά όργανα και τους εκπροσώπους τους. Η χλιαρή μέχρι ανύπαρκτη αντίδραση της νόμιμης κυπριακής Πολιτείας, που έφτασε μέχρι του σημείου της σιωπηρής αποδοχής της ύπαρξης “δύο πλευρών”, έφερε τη θεωρία της ύπαρξης κάποιου κρατικού μορφώματος στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ακόμα και στα επίσημα έγγραφα των Ηνωμένων Εθνών και την καθημερινή συμπεριφορά της ειρηνευτικής τους δύναμης, κατά σαφή παράβαση των όρων εντολής της που καθορίζονται στο σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (S.C. Res. 186/1964 – 4 March 1964).

Η αυθαιρεσία της UNFICYP έχει φτάσει μέχρι του σημείου της συνεργασίας, όχι με τις κατοχικές στρατιωτικές δυνάμεις για σκοπούς διευθέτησης τρεχόντων θεμάτων που σχετίζονται με την παρουσία τους και τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, αλλά με τους εκπροσώπους της “πολιτικής” εξουσίας του ανύπαρκτου για το διεθνή οργανισμό “κρατικού” μορφώματος. Η συνεργασία αυτή έχει επεκταθεί μέχρι του σημείου να αναμένεται από τις “τουρκοκυπριακές αρχές” η επιβολή και διατήρηση του νόμου και της τάξης, ενώ δεν παραλείπεται η πρόσκληση “αξιωματούχων” της ανύπαρκτης κρατικής οντότητας σε επίσημες εκδηλώσεις της Ειρηνευτικής Δύναμης. Και όλα αυτά διαδραματίζονται με τη σαφή και απροκάλυπτη ανοχή της κυπριακής Πολιτείας, η οποία θεωρεί ως έγκλημα το οποιοδήποτε σοβαρό διάβημα προς την UNFICYP, παραγνωρίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο υποσκάπτει (και έχει υποσκάψει σε μεγάλο βαθμό) τα ίδια τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται πολιτικά η ύπαρξη οργανωμένης άσκησης κυβερνητικής εξουσίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας από καθεστώς άλλο πλην της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

  1. Δημιουργία

χωριστού “λαού”

           Με την τουρκική επιδρομή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας εκδηλώθηκε η συστηματική και σαφώς προσχεδιασμένη προσπάθεια για δημιουργία ομοιογενούς πληθυσμού στις κατεχόμενες περιοχές. Οι βαρβαρότητες των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων οδήγησαν στον εκτοπισμό της συντριπτικής πλειονότητας των Ελληνοκυπρίων από τις κατεχόμενες περιοχές και η μονόπλευρη εφαρμογή από την Κυπριακή Δημοκρατία της συμφωνίας της Γ’ Βιέννης οδήγησε στην “εθελούσια” μετάβαση στις κατεχόμενες περιοχές των Τουρκοκυπρίων που βρίσκονταν στις ελεύθερες περιοχές.

Εφαρμόζοντας καλά σχεδιασμένη επιχείρηση “διαφώτισης”, η Τουρκία πρόβαλε με ένταση (και χωρίς ουσιαστικό αντίλογο από την πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας) τη βίαιη μετακίνηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ως εφαρμογή “συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών”, ενώ αρνείται επίμονα την ύπαρξη προσφυγικού προβλήματος στην Κύπρο.

Για την ενίσχυση της διαδικασίας δημιουργίας ομοιογενούς πληθυσμού η Τουρκία, κατά παράβαση ρητών και αυστηρών διατάξεων του διεθνούς δικαίου, έχει μεταφέρει σταδιακά στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας (και πάλι χωρίς ουσιαστική δυναμική αντίδραση από την κυπριακή πολιτεία) δεκάδες χιλιάδες Τούρκους εποίκους, των οποίων η παρουσία έχει αλλοιώσει σοβαρά, όχι μόνο την παραδοσιακή δημογραφική σύνθεση του κυπριακού πληθυσμού, αλλά και την πολιτιστική και πολιτισμική του ταυτότητα και εικόνα, ενώ ταυτόχρονα έχει βίαια και τεχνητά παρέμβει στη φυσική ιστορική του πορεία και εξέλιξη. Μπροστά σε αυτό το νομικά, πολιτικά και εθνικά τεράστιο θέμα η κυπριακή Πολιτεία απαντά με μια έμμεση, απρόκλητη και εκ των προτέρων υπόσχεση για “ανθρωπιστική” αντιμετώπιση του ζητήματος των εποίκων στα πλαίσια λύσης του κυπριακού. Διερωτώμαι ειληκρινά πώς θα ήταν δυνατό να αντιδράσουν σωστά και δυναμικά οι όποιες διεθνείς δυνάμεις στην παράνομη παρουσία και πολιτική εκμετάλλευση των Τούρκων εποίκων στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν η ίδια η κυπριακή Πολιτεία, το θύμα του διεθνούς εγκλήματος, διακηρύττει εκ προοιμίου ότι δεν είναι διατεθειμένη να ενεργήσει μέσα στα πλαίσια του διεθνούς νόμου!

Τελευταίο “επίτευγμα” της Τουρκικής επεκτατικής πολιτικής είναι η σαφής, απροκάλυπτη και συστηματική προσπάθεια για εκδίωξη και των ελαχίστων Ελληνοκυπρίων που παραμένουν στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσφατη εξαπάτηση της Ελένης Φωκά να επισκευτεί τις ελεύθερες περιοχές για λόγους υγείας και η αλαζονική και προκλητικά απάνθρωπη άρνηση των κατοχικών δυνάμεων να επιτρέψουν την επιστροφή της στο σπίτι και το σχολείο της είναι ενδεικτική της πολιτικής που ασκεί η Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Θα πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι η απουσία οποιασδήποτε, δυναμικής ή μη, αντίδρασης του Υπουργείου Παιδείας και γενικότερα της κυπριακής Πολιτείας στην υπόθεση της Ελένης Φωκά είναι ενδεικτική της ανεξήγητα “χαλαρής” πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας και οδηγεί σε εύλογα, όχι και τόσο κολακευτικά, ερωτηματικά για την πραγματική βάση των θέσεων της ηγεσίας μας στο κυπριακό, ιδιαίτερα ενόψει συνομιλιών με τη δυναμική παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα.

Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται πολιτικά η ύπαρξη χωριστού “λαού” στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τη νομικά και πολιτικά αποδεκτή θέση ότι ο λαός της ενιαίας, ανεξάρτητης και κυρίαρχης Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελείται από το σύνολο των πολιτών της, ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία κ.λ.π.

 

  1. Δημιουργία χωριστού

γεωγραφικού χώρου

           Δεν χρειάζεται παράθεση επιχειρηματολογίας για να αποδειχθεί ότι η Τουρκία έχει καθορίσει και η κυπριακή πολιτεία έχει αποδεχθεί την νομιμοποίηση της υπαγωγής του παράνομα κατεχόμενου σήμερα μέρους της επικράτειάς της υπό τον έλεγχο της Τουρκίας, διά των εκπροσώπων της στην Κύπρο. Οι μόνες συζητήσεις που φαίνεται να ενδιαφέρουν σήμερα την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρονται στο ποσοστό της εδαφικής περιοχής που νόμιμα θα παραμείνει υπό τον έλεγχο της Τουρκίας (η αναφορά στην Τουρκία αντί στην τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι απόλυτα συνειδητή) με κάποιες “απόψεις” σχετικά με συγκεκριμένες τοποθεσίες. Έτσι, το τεράστιο θέμα της συνεχιζόμενης επιδρομής της Τουρκίας κατά της Κύπρου και του βίαιου ξερριζώματος των Κυπρίων από τα σπίτια τους, μετατρέπεται (ελέω “συνετής” πολιτικής και πάγιας πρόθεσης “να εκθέσουμε την Τουρκία για την αδιαλλαξία της”) σε εμπορική συναλλαγή ανατολίτικου παζαριού.

Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται πολιτικά (από κάποιους και νομικά) η ύπαρξη δύο χωριστών γεωγραφικών περιοχών στα όρια της Κύπρου.

  1. Εξασφάλιση χωριστής

κρατικής κυριαρχίας

           Η ύπαρξη και άσκηση κρατικής κυριαρχίας είναι, σύμφωνα με τις παραδεκτές σήμερα αρχές του διεθνούς δικαίου, ο αποφασιστικός παράγοντας για την αποδοχή κάποιας νέας κρατικής οντότητας και το παράδειγμα της νομικής προσέγγισης του ζητήματος στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Γι’ αυτό και η Τουρκία είχε από νωρίς περιλάβει στα σχέδιά της τη σταδιακή διεκδίκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας που παράνομα διατηρούσε υπό τη στρατιωτική κατοχή της.

Η διαδικασία άρχισε με την απαίτηση για συμπλήρωση εντύπων από τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να διακινηθούν προς τις κατεχόμενες περιοχές, τη δημιουργία προβλημάτων στη διακίνηση των εγκλωβισμένων από και προς τις κατεχόμενες περιοχές. Τα μέτρα εντάθηκαν (χωρίς και πάλι να υπάρξει αξιόλογη αντίδραση από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας) μετά την “ανακήρυξη” της “Ομόσπονδης Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου” και την πλήρη στήριξη του παράνομου και ουσιαστικά ανύπαρκτου τουρκοκυπριακού κρατικού μορφώματος από την τουρκική πολιτεία. Αποκορύφωμα της de facto άσκησης κρατικής κυριαρχίας από την Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας υπήρξαν οι δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού (κυρίως του Σολωμού) τον περασμένο Αύγουστο και οι απειλές που εκτοξεύτηκαν από μέλη της τουρκικής κυβέρνησης εναντίον οποιουδήποτε θα τολμούσε να αγγίξει τα τουρκικά σύμβολα. Και ενώ η απειλή χρήσης βίας συνιστά, σύμφωνα με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενέργεια κατά της διεθνούς ειρήνης και συνεπάγεται τη λήψη μέτρων κάτω από το Μέρος VII του Χάρτη, η κυπριακή πολιτεία παρακολουθούσε με απάθεια τα διαδραματιζόμενα και απέφευγε την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών τοις των συμμάχων ρήμασι πειθόμενη! Αξίζει σίγουρα να υπογραμμιστεί ως παράδειγμα ότι ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρουσιάζοντας στους δημοσιογράφους το υλικό που θα εχρησιμοποιείτο για σκοπούς ενημέρωσης των ξένων κυβερνήσεων για τις δολοφονίες των δυο Κυπρίων νέων, αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει δυο φορές μπροστά στις τηλεοπτικές εικονοληπτικές μηχανές ότι πρόθεσή μας δεν είναι να καταδικαστεί η Τουρκία για τις δολοφονίες!

Το επόμενο βήμα, που έχει ήδη προβληθεί ως αξίωση και περιλαμβάνεται (με την αφελή άμεση ή έμμεση αποδοχή της κυπριακής πολιτείας) στα θέματα προς διαπραγμάτευση, είναι η αναγνώριση ότι η κυριαρχία του ομοσπονδιακού κυπριακού κράτους, που θα προκύψει ως αποτέλεσμα μιας συμφωνημένης λύσης, θα πηγάζει από τις δυο κοινότητες της Κύπρου, δηλαδή από τους δυο χωριστούς “λαούς”. Με αυτό το δεδομένο είναι καταφανώς αδιάφορο αν στην τελική συμφωνία για τη λύση θα περιλαμβάνεται όρος περί “μιας κυριαρχίας του ομοσπονδιακού κράτους”, αφού η πηγή της θα είναι σύνθετη, αποτελούμενη από δυο χωριστές κυριαρχίες.

Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται πολιτικά η ύπαρξη χωριστών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο παρόν στάδιο, ενώ επιδιώκεται να αναγνωριστεί πολιτικά και νομικά η ύπαρξη πρωτογενών αυτόνομων και αυθύπαρκτων κυριαρχικών δικαιωμάτων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, τα οποία θα παραχωρηθούν, μαζί με τα αντίστοιχα της ελληνοκυπριακής κοινότητας, για τη δημιουργία της (συμβατικής) κυριαρχίας του ομοσπονδιακού κυπριακού κράτους.

 

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ

ΤΗ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

           Οι από πολλού αναμενόμενη και υπερβαλλόντως διαφημιζόμενη “δυναμική” παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα (συμπαραστατούμενου από την τόσο γνωστή και ταυτόχρονα τόσο άγνωστη βρετανική εξωτερική πολιτική) είναι πια γεγονός. Η διαμόρφωση της τελικής μορφής του μελλοντικού κυπριακού κράτους έχει ήδη συντελεστεί ή (για τους πιο αισιόδοξους) αναμένεται να συντελεστεί πολύ σύντομα. Η αμερικανική διπλωματία, με πρωταγωνιστή έναν “μεσολαβητή” με καθαρά αμερικανική αντίληψη των διεθνών προβλημάτων, ετοιμάζεται να “σερβίρει” τη λύση που θα εξυπηρετεί τα δικά της στρατηγικά και κυρίως οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή. Ταυτόχρονα, η πολύ γνωστή στον κυπριακό λαό βρετανική διπλωματία χαράσσει τα νέα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχτεί η μόνιμη, ίσως αναβαθμισμένη και μη αμφισβητούμενη πλέον παρουσία της στον κυπριακό χώρο. Είναι λοιπόν εξαιρετικά ενδιαφέρον να εξεταστούν τα δεδομένα που χαράσσουν τα πλαίσια μέσα στα οποία διεξάγονται οι συνομιλίες.

  1. Το πλαίσιο

των συνομιλιών

Οι συνομιλίες (ορθότερα, οι διαπραγματεύσεις ή, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εκδοχή, το “πάρε – δώσε”) πραγματοποιούνται μεταξύ δυο “ισοτίμων μερών”, που το καθένα από αυτά διαθέτει τη “δική του” γεωγραφική περιοχή (ελαφρά αμφισβητούμενη ως προς την έκταση), το “δικό του” λαό, τη “δική του” κυβερνητική οργάνωση και τη “δική του” κρατική κυριαρχία. Μια μόνο ματιά στα σημεία των γνωμοδοτήσεων της Επιτροπής Διαιτησίας για τη Γιουγκοσλαβία που έχουν παρατεθεί στο κεφάλαιο Γ’ πιο πάνω φανερώνει αμέσως τις πιθανότητες βιωσιμότητας της διαγραφόμενης λύσης, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η ανεντιμότητα και η ασυνέπεια της Τουρκίας, ως αντισυμβαλλόμενου, σε θέματα ερμηνείας των συνθηκών, όταν σε κάποια δεδομένη στιγμή κρίνει ότι πρέπει να συνεχίσει την επεκτατική της πολιτική. Ακόμα πιο σημαντική θα ήταν η εξέταση της τύχης του κυπριακού κράτους σε περίπτωση διάλυσης της ομοσπονδιακής του δομής, την οποία φαίνεται ότι θα εγγυηθεί και η Τουρκία (!!!)

Είναι βέβαια σημαντικό (όπως ήταν σε όλα τα εικοσιτρία χρόνια της τουρκικής επιδρομής κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας) να τονιστεί η απουσία της Τουρκίας από τις προσπάθειες για λύση του κυπριακού. Για τα Ηνωμένα Έθνη, για την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά (το πιο τραγικό) και για την κυπριακή πολιτεία, το κυπριακό πρόβλημα αρχίζει και τελειώνει στις “διακοινοτικές διαφορές”. Ως να μην έχει ποτέ διαπραχθεί το διεθνές έγκλημα της επιδρομής από την Τουρκία κατά της Κύπρου! Ως να μην κατέχει παράνομα για εικοσιτρία χρόνια η Τουρκία τμήμα της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας! Ως να σβήστηκε από όλους η ίδια η ιστορία!

Αν στην εικόνα που μόλις έχει εμφανιστεί προστεθούν και τα ορατά (αλλά ουδέποτε κατάλληλα αξιολογούμενα από την κυπριακή πολιτεία) αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, δικαιούται κάποιος να ανησυχεί σοβαρά για τα αποτελέσματα των συνομιλιών της Νέας Υόρκης. Και η ανησυχία μπορεί εύλογα να μετατραπεί σε τρόμο όταν συνειδητοποιήσει ότι η μεν Τουρκία προχωρεί εφαρμόζοντας συγκεκριμένα, μελετημένα σχέδια, ενώ η κυπριακή πολιτεία δεν έχει καταδεχτεί να συστήσει καν ένα συμβουλευτικό σώμα από τεχνοκράτες, που θα ήσαν σε θέση να υποβάλλουν στην ηγεσία αναλύσεις και υπαλλακτικές εισηγήσεις, βασισμένες στα τρέχοντα πολιτικά, στρατιωτικά οικονομικά και άλλα δεδομένα των χωρών που αναμιγνύονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο κυπριακό.

  1. Η διασφάλιση και προάσπιση

των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Στα πλαίσια της διαγραφόμενης λύσης ένα σημαντικό ερώτημα (ίσως το πιο σημαντικό) αφορά στις πρόνοιες για τη διασφάλιση και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην μελλοντική κυπριακή πολιτεία.

Η “ομοσπονδιακή” κυπριακή πολιτεία που διαγράφεται μέσα από τα σχέδια, τις ιδέες, τα έγγραφα (άτυπα και μη) θα στηρίζεται στα ακόλουθα θεμέλια:

α) Τεχνητός γεωγραφικός διαχωρισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς ιστορικό ή άλλο έγκυρο υπόβαθρο.

β) Τεχνητή δημιουργία “λαών”, στηριγμένων στην βίαιη μετακίνηση και τον ακούσιο εκτοπισμό, χωρίς πολιτιστικό, πολιτισμικό, ιστορικό ή άλλο έγκυρο υπόβαθρο.

γ) Δημιουργία τεχνητών ελεγχόμενων πλειοψηφιών στις ομόσπονδες “πολιτείες”.

Με αυτά τα δεδομένα (υπάρχουν και άλλα που δεν αναφέρονται γιατί δεν είναι βέβαιο ότι έχουν τελικά υιοθετηθεί) ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ να ισχυρίζεται κάποιος ότι μπορεί να υπάρξει διασφάλιση και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών. Πιο απλά, η διαγραφόμενη λύση ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ με την ίδια την έννοια της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η άποψη που έχει εκφραστεί από κάποιους νομικούς, ότι η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα διασφαλίσει την εφαρμογή και για την Κύπρο του ευρωπαϊκού κεκτημένου στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ηχεί μάλλον ρομαντική, αφού είναι δυνατή η ένταξη με απόκλιση από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και υπάρχει δήλωση επισήμου της Ε.Ε. ότι η Ένωση είναι έτοιμη να δεχτεί μια τέτοια απόκλιση. Ας μη μας διαφεύγει εξάλλου το γεγονός ότι η (πάση θυσία) επιθυμία μας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται ήδη (και θα χρησιμοποιηθεί ακόμα εντονότερα) ως μοχλός πίεσης εναντίον της κυπριακής Πολιτείας. Με αυτό το δεδομένο θα πρέπει να θεωρείται ως τουλάχιστον ανεδαφικό να επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση σεβασμός και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο, ευρύτερος  από εκείνον που θα έχουμε αποδεχτεί με την υπογραφή μας. Το τραγικό θα είναι ότι οι πολίτες του ομοσπονδιακού κυπριακού κράτους θα τυγχάνουν περιορισμένης προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τους σε σύγκριση με τους πολίτες των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κατάλληλη διαφοροποίηση της νομολογίας των δικαστικών οργάνων της Ένωσης.

Στ. ΤΕΛΙΚΕΣ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η ομοσπονδία είναι μια ιδιότυπη μορφή πολιτειακής δομής, που από τη φύση της ακροβατεί στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη συνένωση και το διαχωρισμό. Οι κρατικές οντότητες που συνθέτουν το ομοσπονδιακό κράτος, άνκαι παραχωρούν εξουσίες και αρμοδιότητες (περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές και ζωτικές) σε μια κεντρική εξουσία, παραμένουν στην ουσία χωριστές μονάδες, που δεν αποκλείεται να έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις αρμοδιότητες και εξωτερικής πολιτικής και να εμφανίζονται υπό ορισμένες προϋποθέσεις ακόμα και ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. Το σημαντικό όμως είναι ότι υπάρχει στο ομοσπονδιακό κρατικό μόρφωμα μια σύμφυτη λογική μελλοντικής διάλυσης.

Η νομική αυτή πραγματικότητα έχει γίνει σαφώς αποδεκτή από την Επιτροπή Διαιτησίας για τη Γιουγκοσλαβία και έχει υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αναμένεται ότι και στο μέλλον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υιοθετηθεί ως συμβατή με το διεθνές δίκαιο η αρχή, ότι το δικαίωμα της διεκδίκησης ανεξαρτησίας (μέσα από την άσκηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης) πηγάζει από τον πληθυσμό ενός εδάφους και οδηγεί σε μια νόμιμη απόσπαση τμήματος του πληθυσμού και του εδάφους από ένα κράτος, νοουμένου ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή στα εξωτερικά σύνορα του κράτους.

Οι (σαφώς εσφαλμένες νομικά, πολιτικά και πραγματικά) επιλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας για αναζήτηση ομοσπονδιακής λύσης στο πρόβλημά μας, σε συνδυασμό με το δοσμένο νομικοπολιτικό πλαίσιο αντίληψης των κανόνων του διεθνούς δικαίου από τον ευρωπαϊκό χώρο, τον πολιτικό χώρο που φυσιολογικά θα κληθεί να δώσει λύσεις σε ενδεχόμενα μελλοντικά προβλήματα λειτουργικότητας της ομοσπονδίας στην Κύπρο, δημιουργούν οφθαλμοφανείς κινδύνους οριστικής κατάργησης του κυπριακού κράτους σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Παράλληλα, το “σύνδρομο της παντογνωσίας” που φαίνεται να μαστίζει την ηγεσία της κυπριακής Πολιτείας και που την εμποδίζει να αξιολογήσει οποιεσδήποτε αρνητικές επισημάνσεις, αποδίδοντάς τους συλλήβδην αντιπολιτευτικά κίνητρα, επιτείνει τις απαισιόδοξες προβλέψεις για τη δυνατότητα επίτευξης τέτοιας συμφωνίας, που να καθιστά αδύνατη ή έστω σοβαρά απομακρυσμένη την πιθανότητα εμπλοκής του κυπριακού λαού σε νέες, πολύ πιο σοβαρές από το παρελθόν περιπέτειες.

Η σημερινή τραγική θέση στην οποία βρίσκεται η Κύπρος έχει προδιαγραφεί μέσα από τις παραλείψεις, τους ερασιτεχνισμούς και τους πολιτικούς ακροβατισμούς που χαρακτηρίζουν την πολιτική του κυπριακού κράτους. Η δυναμική της παρέμβασης του αμερικανικού παράγοντα (την οποία εμείς προκαλέσαμε και εν πολλοίς εμείς διαμορφώσαμε), δεν αφήνει πολλά περιθώρια διαφυγής ή αναστροφής.

Μήπως θα ήταν δυνατό, με κατάλληλους χειρισμούς και με σεβασμό επιτέλους της υπόστασης και αξιοπρέπειας του κυπριακού κράτους και του λαού του, να αξιοποιηθούν τα λίγα έστω περιθώρια διαφυγής; Το ερώτημα παραμένει μετέωρο αλλά αξίζει να απαντηθεί από τον καθένα μας. Ίσως για να μην δοθεί η ευκαιρία σε κάποιους ποιητές να τραγουδούν στο μέλλον για νέες χαμένες πατρίδες και να μην στηρίζονται οι απόγονοί μας στο όραμα, “πάλι με χρόνια με καιρούς… “. Είναι τραγικό να προσφέρουμε από μόνοι μας, με την υπογραφή μας, αυτό που θα περιμένουμε στο μέλλον (μάταια ίσως) “… πάλι δικό μας νάναι“!

 

Λευκωσία, 3 Ιουλίου 1997

 

 

Στέλιος Θεοδούλου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας,

Πρόεδρος Παγκύπριου Συνδέσμου

για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *