Loading...
ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΛΥΣΗΣ ΑΝΑΝ

ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΛΥΣΗΣ

ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΥΠΟΒΛΗΘΕΙ

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ

ΣΤΙΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2002

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Οι απόψεις που καταθέτω στο έγγραφο αυτό στηρίζονται, στη μελέτη του σχεδίου λύσης του κυπριακού, στο βαθμό που η μελέτη αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί πλήρης λόγω του ελάχιστου διαθέσιμου χρόνου, σε συνδυασμό με τις σχετικές πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, τις γενικές αρχές της παραδεκτής διεθνούς έννομης τάξης και στην αγωνία ενός Κύπριου για το μέλλον του τόπου μας, του λαού και των παιδιών μας.
  2. Κατά την εξέταση και αξιολόγηση του συνόλου του σχεδίου και των επί μέρους σημείων του δεν έχω εγκλωβιστεί στη λογική του «ζυγίσματος» των «κερδών» και «ζημιών» της μιας ή της άλλης πλευράς. Πιστεύω ότι η αξιολόγηση του τι κερδίζει η μια κοινότητα σε βάρος της άλλης αποτελεί εσφαλμένη βάση για το σοβαρό προβληματισμό πάνω στον οποίο πρέπει να θεμελιωθεί η οποιαδήποτε απόφαση στα κρίσιμα ερωτήματα που έχουν τεθεί ενώπιόν μας. Κριτήριο πρέπει να αποτελεί η βιωσιμότητα και λειτουργικότητα της λύσης, καθώς και η δυνατότητα ένταξης του κρατικού μορφώματος που θα προκύψει μέσα σε πλαίσια συγκεκριμένα, γνωστά, αποδεκτά και αξιολογημένα από τη διεθνή έννομη τάξη.

Β. ΓΕΝΙΚΑ

  1. Είναι προφανές από τη συνολική εξέταση του σχεδίου ότι η προτεινόμενη λύση του κυπριακού στηρίζεται σε τεχνητά, πλασματικά δεδομένα, τα οποία διαμορφώνονται για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη για εφαρμογή των αρχών της διζωνικότητας και δικοινοτικότητας, που έχουν τεθεί ως υπόβαθρο της λύσης.
  2. Η υποχρεωτική συγκέντρωση ομοιογενούς πληθυσμού σε δυο γεωγραφικές περιοχές που δημιουργούνται τεχνητά, χωρίς το παραμικρό πολιτικό, κοινωνικό πολιτιστικό, ιστορικό, πληθυσμιακό, θρησκευτικό, νομικό ή άλλο υπόβαθρο, οδηγεί σε ρυθμίσεις εκτρωματικές, χωρίς λογική, αλλά και χωρίς στέρεο υπόβαθρο.
  3. Είναι επίσης προφανές ότι απουσιάζει παντελώς από την περίπτωση της Κύπρου το πρωταρχικό προαπαιτούμενο για σύσταση ομοσπονδίας, η βούληση δηλαδή των ανθρώπων που θα αποτελέσουν το λαό της να ενώσουν τις δυνάμεις και τους πόρους τους για την επίτευξη ενός καλύτερου μέλλοντος. Στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχει αντίθετα η τάση του διαχωρισμού και της ανεξαρτητοποίησης της μιας πλευράς από την άλλη. Αυτή την τάση υπηρετεί δυστυχώς το σχέδιο Ανάν, σε έκταση πολλαπλάσια της αντίστοιχης που υπήρχε στο Σύνταγμα του 1960. Κατά συνέπεια, τυχόν εφαρμογή του σχεδίου κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην πολυδιαφημισμένη από τους υποστηρικτές του επανένωση της Κύπρου και των Κυπρίων. Αντίθετα, διαιωνίζει το διαχωρισμό και επιβάλλει, θεσμικά και εθιμικά, την εδραίωση των χωριστικών τάσεων που υπήρχαν στο Σύνταγμα του 1960, με παράλληλη ενίσχυση της παρουσίας και παρέμβασης της Τουρκίας στις εσωτερικές υποθέσεις και επιλογές των Κυπρίων.

Γ. ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή των προνοιών του σχεδίου κάθε άλλο παρά οδηγεί στη δημιουργία ενός κράτους. Η «Κύπρος» θα συντίθεται από τρία κρατικά μορφώματα (τέσσερα, αν συνυπολογιστούν και οι περιοχές των Βρετανικών στρατιωτικών βάσεων), με τρεις παράλληλες εξουσίες που θα συντονίζονται μεταξύ τους με τη βοήθεια «συμφωνιών» (π.χ. σελ. 23, άρθρο 14(2) και (3), σελ. 43, άρθρο 3 κ.ά.). Το σύνταγμα του «κεντρικού κράτους» θα ρυθμίζει ελάχιστες παραμέτρους της άσκησης κρατικής εξουσίας, ενώ η ομοσπονδιακή νομοθεσία, αν και θα ψηφίζεται με την ουσιαστική συμμετοχή και των δυο συστατικών πολιτειών, δεν θα έχει αυξημένη ισχύ έναντι των νομοθεσιών των συστατικών πολιτειών (σελ. 18, άρθρο 3(2)). Εξάλλου, με έκπληξη συναντούμαι στο συνταγματικό κείμενο της Κύπρου διαδικασίες υπέρβασης αδιεξόδων με τη μέθοδο του κλήρου (σελ. 29, άρθρο 25(2), άρθρο 26(2) κ.ά.).

α. Ανθρώπινα δικαιώματα

  1. Ενώ η «κεντρική» εξουσία θα είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη την επικράτεια της «Κύπρου» (θέση που συνάγεται μάλλον συμπερασματικά, αφού δεν αναφέρεται ρητά), δεν φαίνεται να είναι σε θέση να επιβλέπει την πιστή εφαρμογή τους στις εδαφικές περιοχές των ομόσπονδων πολιτειών, ούτε και θα διαθέτει μηχανισμούς για την αποκατάσταση κάθε παραβίασης και τιμωρία των ενόχων. Με τη ρύθμιση αυτή η «κεντρική» εξουσία μετατρέπεται σε απλό χρηματοκιβώτιο, από το οποίο θα καταβάλλονται αποζημιώσεις σε κάθε περίπτωση που η «Κύπρος» θα καταδικάζεται για παραβίαση δικαιωμάτων, χωρίς να έχει την εξουσία να επιβάλλει την εφαρμογή των σχετικών διεθνών κανόνων δικαίου στις συστατικές πολιτείες.
  2. Σημειώνεται εξάλλου ότι, ενώ σε πολλά σημεία το σχεδίου τονίζεται ο αποκλεισμός του ρατσισμού, οι ρυθμίσεις της πληθυσμιακής και τής περιουσιακής πτυχής, εν μέρει δε και του δικαιώματος της ελευθερίας διακίνησης, θεμελιώνονται πάνω στη ρατσιστική βάση της εθνικής καταγωγής.
  3. Γενικά, το σχέδιο κρίνεται ως ιδιαίτερα ανεπαρκές σε θέματα σεβασμού, προάσπισης και προαγωγής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ εισάγει καθεστώς ανισότητας, δυσμενούς διάκρισης και στέρησης βασικών δικαιωμάτων σε μόνιμη βάση. Ιδιαίτερα σημειώνεται ότι από το σχέδιο απουσιάζει σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό η αρχή της αποκατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων που έχουν παραβιαστεί κατάφωρα και συστηματικά λόγω της Τουρκικής επιδρομής και συνεχιζόμενης κατοχής εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  4. Πρωτοφανείς θα πρέπει να χαρακτηριστούν οι πρόνοιες του άρθρου 5 των Ρυθμίσεων για Άσκηση των Δικαιωμάτων Περιουσίας (σελ. 88), σύμφωνα με τις οποίες:

(α) Τερματίζονται όλες οι δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που σχετίζονται με «επηρεαζόμενες» περιουσίες (άρθρο 5(1)).

(β) Το «κοινό κράτος» και οι συστατικές πολιτείες θα ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να τερματίσει όλες τις διαδικασίες σε σχέση με υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του και αφορούν σε «επηρεαζόμενες» περιουσίες, σύμφωνα με το άρθρο 37 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άρθρο 5(2)).

  1. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αφορούν σε ατομικές προσφυγές Κυπρίων πολιτών και η παρέμβαση τρίτων δεν είναι δυνατό να τερματίσει τις σχετικές διαδικασίες. Εξάλλου, κάθε τέτοια απόφαση ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
  2. Το άρθρο 37 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ως ακολούθως:

               Article 37 – Striking out applications

1  The Court may at any stage of the proceedings decide to strike an application out of its list of cases where the circumstances lead to the conclusion that

a     the applicant does not intend to pursue his application; or

b     the matter has been resolved; or

c     for any other reason established by the Court, it is no longer justified to      continue the examination of the application.

However, the Court shall continue the examination of the application if respect for human rights as defined in the Convention and the protocols thereto so requires.

  1. The Court may decide to restore an application to its list of cases if it considers that the circumstances justify such a course.”
  2. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη δυνατότητα του «κοινού κράτους» και των συστατικών πολιτειών να παρέμβουν στη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αυτό που μετρά και αξίζει να προβληματίσει την πολιτική μας ηγεσία είναι η νοοτροπία των συντακτών του σχεδίου και η μεγάλη τους απόσταση από το πλέγμα αρχών περί προάσπισης και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και η αρνητική στάση τους απέναντι σε απλούς πολίτες που διεκδικούν, μέσα από την Ευρωπαϊκή έννομη τάξη, τα δικαιώματα τους.
  3. Είναι προφανώς αναγκαίο να ανατεθεί η εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η επίβλεψη της εφαρμογής αυτής, η καθιέρωση μηχανισμών τερματισμού της παραβίασης, καθώς και η εκδίκαση υπόπτων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η επιβολή ποινών στην κεντρική εξουσία.

β. Παρέκκλιση από το κεκτημένο

  1. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι ο κύριος, ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε αποφασιστεί η υποβολή αίτησης για ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν η προσδοκία για δικαίωση του κυπριακού λαού και η αποκατάσταση των δικαιωμάτων του μέσα από την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής έννομης τάξης στην Κύπρο.
  2. Κανένας δεν θα πρόβαλλε ένσταση για την προσωρινή παρέκκλιση από την πλήρη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στα πλαίσια του μεταβατικού χρονικού διαστήματος που αντικειμενικά είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της λύσης. Είναι όμως ολότελα απαράδεκτη η μόνιμη παρέκκλιση. Δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί με οποιοδήποτε τρόπο η στέρηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων πάνω σε μόνιμη βάση γεγονός που διαμορφώνει καθεστώς που ξεφεύγει από τα όρια των αρχών του «κράτους δικαίου», πέρα από την ατομική αδικία και τη συνακόλουθη δημιουργία και καλλιέργεια έντασης μεταξύ των πολιτών και μεταξύ πολιτών και εξουσίας. Ούτε και βελτιώνει την κατάσταση η πρόνοια του δεύτερου αναθεωρημένου σχεδίου, ότι μερικές από τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα τερματιστούν «μετά την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητο κράτος και κάθε απόπειρα σύνδεσης της εσωτερικής έννομης τάξης της με την πορεία οποιασδήποτε άλλης χώρας είναι εντελώς απαράδεκτη.
  3. Με δεδομένη την αναφορά κάποιων πολιτικών σε αόριστους μελλοντικούς κινδύνους από την ενδεχόμενη απόρριψη του σχεδίου, θα ήταν ενδιαφέρον να εκτιμηθούν οι βέβαιοι κίνδυνοι που ελλοχεύουν για το μέλλον του κράτους και του λαού του από το συσσωρευμένο αίσθημα αδικίας σε περίπτωση αποδοχής του. Αυτοί οι κίνδυνοι είναι και συγκεκριμένοι και σοβαροί, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι εξουσίες της Τουρκίας μέσω των ενόπλων δυνάμεων της που θα σταθμεύουν στο έδαφος της «Κύπρου» με βάση τις πρόνοιες της προτεινόμενης λύσης.

γ. Λειτουργικότητα – Βιωσιμότητα

  1. Απλή ανάγνωση του σχεδίου είναι αρκετή για να διαπιστωθεί η πολυπλοκότητα και πρωτοτυπία των ρυθμίσεων που προνοούνται με το σχέδιο. Η διαπίστωση αυτή θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με την ταυτότητα και την ιστορική διαδρομή του «αντισυμβαλλόμενου», δηλαδή της Τουρκίας.
  2. Με δεδομένη τη νοοτροπία, προφανή τα συμφέροντα, ανανεωμένα τα εγγυητικά δικαιώματα και διακηρυγμένα τα σχέδια της Τουρκίας για την Κύπρο και με αυταπόδεικτη τη στήριξη των Τουρκικών συμφερόντων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες ισχυρές χώρες, μπορεί κάποιος εύκολα να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τη συμπεριφορά της Τουρκίας σε περίπτωση οποιασδήποτε κρίσης που θα ήταν εύκολο να δημιουργηθεί (ακόμα και τεχνητά) λόγω των διαφορών που θα προκαλέσουν οι άδικες ρυθμίσεις του σχεδίου.
  3. Αν το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 πέτυχε να λειτουργήσει για δυόμισι μόνο χρόνια λόγω των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας, μπορεί κάποιος να εκτιμήσει πόσο θα λειτουργήσει το δαιδαλώδες σύνταγμα που προνοείται από το σχέδιο, αλλά και πόσο βαριές θα είναι για τον κυπριακό λαό οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης νέας σύρραξης.

Δ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

  1. Ακούγεται με έμφαση το επιχείρημα ότι η αποδοχή του σχεδίου ως βάσης για διαπραγμάτευση θα ήταν ανώδυνη και συνετή απόφαση. Ποιος θα μπορούσε να αντιταχθεί στο επιχείρημα, ότι σοβαροί και υπεύθυνοι πολιτικοί που επιθυμούν λύση στο κυπριακό πρέπει να είναι έτοιμοι για αξιοποίηση κάθε δυνατότητας για διαπραγμάτευση; Αυτή είναι όμως η περίπτωση σε σχέση με το σχέδιο;
  2. Με βάση το σύνολο των δεδομένων που συνθέτουν το σχέδιο, αποδοχή του σχεδίου ως βάσης για διαπραγμάτευση ενεργοποιεί την προκαθορισμένη διαδικασία ολοκλήρωσης της πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα. Αυτό σημαίνει ότι, ταυτόχρονα με την αποδοχή αυτή, οι εκπρόσωποι των δυο κοινοτήτων συμφωνούν πως οποιοδήποτε σημείο του σχεδίου μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με συμφωνία και των δυο. Αν δεν επέλθει συμφωνία, τεκμαίρεται και είναι αμοιβαία αποδεκτό ότι θα ισχύει η ρύθμιση που προτείνεται στο σχέδιο.
  3. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία για να συμπεράνουμε ότι η Ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να ελπίζει σε συμφωνημένη τροποποίηση των απαράδεκτων σημείων του σχεδίου.
  4. Αξιολογώντας τα πολιτικά και πραγματικά δεδομένα της χρονικής συγκυρίας κρίνεται μάλλον αδύνατο να επιτευχθεί συμφωνία, είτε με τροποποιήσεις είτε όχι, μέχρι τα μέσα του Δεκέμβρη.
  5. Ο χρόνος που προσφέρεται, για κατ’ αρχήν συμφωνία μέχρι το Δεκέμβρη και για τελική συμφωνία μέχρι το Μάρτη, κρίνεται ως άκρως ανεπαρκής. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ο κυπριακός λαός απορρίψει το σχέδιο με το δημοψήφισμα που προνοείται για τις 30.3.2003, είναι πολιτικά προφανές ότι οι ρυθμίσεις που θα έχουμε αποδεχτεί με την υπογραφή του Δεκέμβρη θα παραμείνουν ως ακόμα μια, η πιο τραγική ίσως, παραχώρηση από μέρους της Ελληνοκυπριακής πλευράς και θα μας βαρύνουν σε οποιαδήποτε μελλοντική πρωτοβουλία για επίτευξη λύσης.
  6. Εκπληκτικό μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα το γεγονός ότι στο σχέδιο περιλαμβάνεται και η διατύπωση των ερωτημάτων που θα περιληφθούν στο δημοψήφισμα του Μάρτη του 2003. Ακόμα πιο εκπληκτική όμως είναι η διατύπωση τριών ερωτημάτων, δυο από τα οποία αφορούν στην αποδοχή ή μη του κράτους που θα προκύψει με βάση το σχέδιο, ενώ το τρίτο αφορά στην αποδοχή της ένταξης της «Κύπρου» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτονόητο πως ο μέσος Κύπριος, απαντώντας «ναι» στο ερώτημα για ένταξη στην Ε.Ε., απαντά «ναι» και στα άλλα δυο ερωτήματα. Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως απάτη.

Ε. ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

  1. Περιορίζομαι στην επισήμανση των πιο προκλητικών και αντίθετων προς τη διεθνή έννομη τάξη προνοιών του σχεδίου, δεδομένου ότι οι απαράδεκτες ρυθμίσεις που περιέχονται στο σχέδιο είναι πάρα πολλές.

α. Νομιμοποίηση της παρανομίας

  1. Κάθε πράξη οποιασδήποτε αρχής που έχει προηγηθεί της έναρξης ισχύος της συμφωνίας, είτε είναι νομοθετικής, είτε εκτελεστικής είτε δικαστικής μορφής, αναγνωρίζεται ως έγκυρη και τα αποτελέσματα της θα συνεχίσουν να ισχύουν και μετά την εφαρμογή της συμφωνίας. Κανένας δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα τέτοιας πράξης με βάση όσα έχουν προηγηθεί πριν την έναρξη ισχύος της συμφωνίας (σελ. 14, άρθρο 12(1)).
  2. Είναι προφανές ότι η πρόνοια αυτή εξουδετερώνει πλήρως το πολύ θετικό νομικοπολιτικό πλαίσιο που είχε δημιουργηθεί με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον τής Τουρκίας, στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου και σε αρκετές άλλες. Καθίσταται επίσης αντιληπτό ότι με την πρόνοια αυτή νομιμοποιείται ακόμα και η ανακήρυξη της ανύπαρκτης για τη διεθνή έννομη τάξη «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», καθώς και μια σειρά από «νομοθετικές», «διοικητικές» και άλλες ρυθμίσεις που έχουν μονομερώς επιβληθεί στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, από την ανύπαρκτη για τη διεθνή έννομη τάξη «υποτελή στην Τουρκία τοπική Τουρκοκυπριακή διοίκηση».

β. Η Κύπρος υποκαθιστά την Τουρκία

  1. Οποιεσδήποτε αξιώσεις για απόδοση ευθύνης ή για αποζημιώσεις που πηγάζουν από γεγονότα που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος της συμφωνίας, αν δεν ρυθμίζονται με άλλες πρόνοιες του σχεδίου, θα αντιμετωπίζονται από τη συστατική πολιτεία από την οποία προέρχεται το άτομο που προβάλλει την αξίωση. Με αυτή την πρόνοια απαλλάσσεται πλήρως η Τουρκία από τις διεθνείς της υποχρεώσεις έναντι των Κυπρίων και το βάρος της ικανοποίησης όσων έχουν υποστεί ζημιά από τις ενέργειες της Τουρκίας μετατίθεται στην Ελληνοκυπριακή συστατική πολιτεία. Έχω επίσης την άποψη ότι με την πρόνοια αυτή αποκλείεται η δίωξη των δολοφόνων των Ισαάκ και Σολωμού.
  2. Κι όμως, σύμφωνα με το άρθρο 36 του σχεδίου Σύμβασης για την Ευθύνη Κρατών για διάπραξη Διεθνών Αδικοπραγιών (draft articles on the responsibility of States for internationally wrongful acts) το οποίο έχει υιοθετηθεί από τη Διεθνή Νομική Επιτροπή και έχει παραπεμφθεί για ψήφιση στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (General Assembly resolution 56/83, annex.),

“A State responsible for an internationally wrongful act is under an obligation to make restitution, that is, to re‑establish the situation which existed before the wrongful act was committed.”

γ. Εσωτερική «ιθαγένεια»

  1. Έχοντας υπόψη ότι όλες οι λέξεις και οι όροι χρησιμοποιούνται στο σχέδιο με πολλή προσοχή και ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τις πιθανές ερμηνείες τους, η χρησιμοποίηση του όρου «εσωτερική ιθαγένεια» στο σχέδιο πρέπει να προκαλεί σοβαρή ανησυχία. Αν μάλιστα ο όρος αναλυθεί σε συνδυασμό με τις υπέρμετρες εξουσίες των συστατικών πολιτειών θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα μείζονα αρνητικά σημεία του σχεδίου.

δ. Υποκείμενα διεθνούς δικαίου;

  1. Ενώ τονίζεται ότι το «κοινό κράτος» θα έχει μια διεθνή προσωπικότητα και εκπροσώπηση, υπάρχουν σημεία όπου δίνεται αποκλειστική διεθνής αρμοδιότητα σε συστατική πολιτεία (παράδειγμα οι πρόνοιες του άρθρου 12(4) του προτεινόμενου Συντάγματος, σελ. 22). Με τις πρόνοιες αυτές γεννάται εύλογο ερώτημα, κατά πόσο οι συστατικές πολιτείες καθίστανται υποκείμενα διεθνούς δικαίου, κάτι απαράδεκτο στα πλαίσια ομοσπονδιακής πολιτειακής δομής. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει στο σημείο αυτό και η σταθερή, για πολλά χρόνια τώρα, αξίωση της Τουρκίας, μέσω του Ρ. Ντενκτάς, για διασφάλιση της αναγνώρισης της διεθνούς προσωπικότητας των συστατικών πολιτειών, γεγονός που δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς για την ερμηνεία των προνοιών αυτών σε περίπτωση αμφισβήτησης.

ε. Κατάργηση του ενιαίου του οικοσυστήματος

  1. Με την ανάθεση του τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της διαχείρισης της ενέργειας και των φυσικών πόρων στις συστατικές πολιτείες καταργείται ουσιαστικά το ενιαίο του Κυπριακού οικοσυστήματος. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο με δεδομένους τους πολύ περιορισμένους υδάτινους πόρους, έστω και αν προνοούνται στο σχέδιο ευχές για συνεργασία και «συμφωνίες» μεταξύ των συστατικών πολιτειών (άρθρο 14 του προτεινόμενου Συντάγματος). Η διαχείριση του τομέα του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων πρέπει να ανατεθεί στο «κοινό κράτος», για σκοπούς συντονισμού και άσκησης συνολικής πολιτικής, προς όφελος της Κύπρου ως συνόλου.

στ. Λειτουργική παρουσία στην Ε.Ε.

  1. Προσεκτική ανάλυση των ρυθμίσεων που προνοούνται στο άρθρο 17 του προτεινόμενου Συντάγματος αφήνει πολλά και κρίσιμα ερωτηματικά σε σχέση με την αποτελεσματικότητα παραγωγικής συμμετοχής της «Κύπρου» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι λύσεις που προνοούνται στις περιπτώσεις αδιεξόδου δεν πείθουν για την αποτελεσματικότητα τους. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι με το εν λόγω άρθρο εισάγεται μοντέλο διπλής εκπροσώπησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ζ. Πειραματικό μοντέλο κυβέρνησης

  1. Το μοντέλο κυβέρνησης που προνοείται στο σχέδιο, με το «Προεδρικό Συμβούλιο», τη σύνθεση, τον τρόπο περιτροπής της «προεδρίας», το χρονικό διάστημα της θητείας κάθε «Προέδρου» κτλ, μόνο ως πείραμα με πολλή δόση φαντασίας μπορεί να χαρακτηριστεί. Οι πολιτικές ηγεσίες θα πρέπει να εξετάσουν με πολλή προσοχή κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να καταστεί λειτουργικό και αποτελεσματικό, ιδιαίτερα στην Κύπρο με τα εγγενή προβλήματα και τις χωριστικές τάσεις.
  2. Σε όσους οραματίζονται μια νέα γενιά Κυπρίων, που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα στην Κύπρο μέσα από το φακό της καλής θέλησης και με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον του τόπου, θα μπορούσε κάποιος να υπενθυμίσει ότι, αν η Τουρκία αποφασίσει ότι τα δικά της συμφέροντα εξυπηρετούνται μέσα από μια κρίση στην Κύπρο, ακόμα και με τη διάλυση του «συνεταιρικού κράτους», τα Τουρκοκυπριακά μέλη του Προεδρικού Συμβουλίου θα υπακούσουν και, αν είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να το παραδεχτούμε.

η. Υπό κηδεμονία;

  1. Σε διάφορα θεσμικά όργανα της «Κύπρου» προνοείται η συμμετοχή και μη Κυπρίων. Αυτό αντιστρατεύεται τη φιλοσοφία του ίδιου του σχεδίου γιατί, αν είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε το κράτος που θα μας λύσει τα προβλήματα, σημαίνει ότι είμαστε και έτοιμοι και ικανοί να στελεχώσουμε τα θεσμικά όργανα αυτού του κράτους και να τα λειτουργήσουμε με γνώμονα το συμφέρον του τόπου. Αν δεν είμαστε έτοιμοι και αν αυτή η λύση που προτείνεται μας επιβάλλεται παρά τη θέλησή μας, τότε ας πούμε απλά ότι δεν έχουμε τη θέληση να προχωρήσουμε. Η παρουσία των ξένων στα θεσμικά όργανα του κράτους λειτουργεί αρνητικά σε οποιαδήποτε προσπάθεια για ομαλή εξέλιξη του κράτους, αφού αυτοί οι ξένοι θα αποτελούν σύμβολα της «εκ των έξω» διασφάλισης της ειρήνης, την οποία εμείς δεν είμαστε ικανοί να διασφαλίσουμε. Η ρύθμιση αυτή απευθύνει στο μέσο Κύπριο καθαρό μήνυμα «αναγκαστικής ισορροπίας υπό επίβλεψη» και όχι μήνυμα συνένωσης και κοινής πορείας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αμφισβητώ σοβαρά την αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε πολιτικής για επαναπροσέγγιση και υπέρβαση της αρνητικής ψυχολογίας και της καχυποψίας που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία 40 χρόνια.

θ. Εκτοπισμένοι – Περιουσιακό

  1. Οι ρυθμίσεις που προνοούνται στο σχέδιο αναφορικά με τη διευθέτηση ζητημάτων αποκατάστασης των εκτοπισμένων και των περιουσιών τους είναι αρκετά πολύπλοκες. Αυτό που επιβάλλεται να σημειωθεί είναι ότι αυτές οι ρυθμίσεις, όχι μόνο δεν συνάδουν με θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά αντιστρατεύονται πολλές και ρητές θέσεις των Ηνωμένων Εθνών, παρά το γεγονός ότι το σχέδιο υποβλήθηκε από το Γενικό Γραμματέα του διεθνούς οργανισμού.
  2. Ενδεικτικά αναφέρω τις ακόλουθες θέσεις των Ηνωμένων Εθνών οι οποίες παραβιάζονται κατάφωρα με τις πρόνοιες του σχεδίου:

Τhe right of refugees and displaced persons to return to their homes is recognized by the international community as a free-standing, autonomous right in and of itself (See, e.g., Security Council resolutions 1287 (2000) (reaffirming the right of all refugees and displaced persons … to return to their homes in secure conditions), 1244 (1999) (reaffirming the right of all refugees and displaced persons to return to their homes in safety), 1199 (1998) (reaffirming the right of all refugees and displaced persons to return to their homes in safety), 1036 (1996) (reaffirming the right of all refugees and displaced persons … to return to their homes in secure conditions), 971 (1995) (reaffirming the right of all refugees and displaced persons … to return to their homes in secure conditions), 876 (1993) (affirming the right of refugees and displaced persons to return to their homes), 820 (1993) (reaffirming … that all displaced persons have the right to return in peace to their former homes and should be assisted in doing so); General Assembly resolutions 51/126 (reaffirming the right of all persons displaced … to return to their homes or former places of residence), 35/124 (reaffirming the right of refugees to return to their homes in their homelands)

Η διεθνής κοινότητα, στη Durban της Νοτίου Αφρικής, τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 2001, διακήρυξε-

“the right of refugees to return voluntarily to their homes and properties in dignity and safety” και κάλεσε all States to facilitate such return (World Conference against Racism, Racial Discrimination, Xenophobia and Related Intolerance, Declaration, para. 65. – η υπογράμμιση δική μου).

“Secondary occupation thus creates challenges to housing restitution that require a coherent policy response, based on human rights and other legal principles which clearly recognize the pre‑eminence of the right to housing and property restitution of legitimate title holders” (E/CN.4/Sub.2/2002/17, 12.6.2002)

ι. Έποικοι

  1. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,

“η εκ προθέσεως μεταφορά από την κατοχική δύναμη τμημάτων του πληθυσμού της στην κατεχόμενη από αυτήν περιοχή συνιστά σοβαρό έγκλημα κατά της ειρήνης και ασφάλειας της ανθρωπότητας”.

Σχετική πρόνοια περιλαμβάνεται στις ακόλουθες διατάξεις του διεθνούς δικαίου:

  • Άρθρο 49 της Σύμβασης της Γενεύης (IV) σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων προστασίας πολιτών κατά τη διάρκεια πολέμου (12 Αυγούστου 1949), που έχει κυρωθεί τόσο από την Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και από την Τουρκία.

Το άρθρο αυτό είχε υιοθετηθεί με σκοπό να αποτραπεί στο μέλλον η πρακτική που είχε παρατηρηθεί κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία κατέχουσες δυνάμεις μετέφεραν τμήματα του πληθυσμού τους σε κατεχόμενες από αυτές περιοχές, για πολιτικούς και ρατσιστικούς λόγους. Κατά τη συζήτηση που είχε προηγηθεί της υιοθέτησης του άρθρου, είχε ομόφωνα διαπιστωθεί ότι η ενέργεια αυτή έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια την παρουσία των κατοίκων των κατεχομένων περιοχών ως χωριστής φυλετικής ή εθνικής ομάδας. Είναι προφανές ότι η εκτίμηση αυτή έχει μετατραπεί σε αποκρουστική πραγματικότητα στην περίπτωση των κατεχομένων περιοχών της Κύπρου, με τους Τουρκοκύπριους να μεταναστεύουν μαζικά και τους παράνομους έποικους να διαμορφώνουν, αργά αλλά σταθερά, μια νέα πολιτιστική πραγματικότητα, ολότελα ξένη προς τον πολιτισμό των Τουρκοκυπρίων και, γενικά, τον πολιτισμό του κυπριακού λαού.

  • Παράγραφος 4(α) του άρθρου 85 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Γενεύης, που υιοθετήθηκε στις 8.6.1977 και τέθηκε σε ισχύ στις 7.12.1978 και ρυθμίζει θέματα προστασίας πολιτών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης.

Οι πρόνοιες του Πρωτοκόλλου επαναλαμβάνουν την ίδια απόλυτη και κατηγορηματική διάταξη του διεθνούς δικαίου που περιεχόταν στον Χάρτη σύστασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης για την τιμωρία εγκλημάτων πολέμου της τότε ναζιστικής Γερμανίας (με βάση την οποία είχαν καταδικαστεί μερικοί Ναζί το 1946), καθώς και στη Σύμβαση της Γενεύης, θεωρώντας την ενέργεια αυτή ως κατά τεκμήριο σοβαρή παραβίαση (grave breach) της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου (1) του άρθρου 88, οι χώρες μέλη του Πρωτοκόλλου καλούνται να παρέχουν τη μέγιστη βοήθεια (greatest measure of assistance) σε κάθε περίπτωση ποινικής διαδικασίας που αφορά σε σοβαρές παραβιάσεις της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου.

Σημαντική θεωρείται εξάλλου η κατά το άρθρο 89 του Πρωτοκόλλου ρητή υποχρέωση των χωρών μελών να ενεργήσουν, συλλογικά ή κεχωρισμένα, σε κάθε περίπτωση σοβαρής παραβίασης της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου.

  • Άρθρο 20(γ)(i) του “Κώδικα Εγκλημάτων Κατά της Ειρήνης και Ασφάλειας της Ανθρωπότητας”, ο οποίος έχει υιοθετηθεί τον Ιούλιο του 1998 στη Ρώμη και έχει υπογραφεί μέχρι σήμερα από 100 και πλέον χώρες – μέλη των Ηνωμένων Εθνών (και που αποτελεί το υπόβαθρο για τη λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου).
  1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η εκ προθέσεως μεταφορά τουρκικού πληθυσμού από την Τουρκία στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου θεωρείται, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, ως διεθνές έγκλημα ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η σοβαρότητα του εγκλήματος αυτού, πάντα κατά το διεθνές δίκαιο, θα μπορούσε να δικαιολογήσει αίτημα στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, για σύσταση «επί τούτω» (ad hoc) διεθνούς δικαστηρίου, για εκδίκαση των ενόχων (αυτουργών, συναυτουργών και ηθικών αυτουργών) για τη συντέλεση του εγκλήματος.
  2. Για τη διερεύνηση καταγγελιών για παραβιάσεις των προνοιών της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου έχει εγκαθιδρυθεί, δυνάμει του άρθρου 90 του Πρωτοκόλλου, Διεθνής Επιτροπή Διερεύνησης (International Fact-Finding Commission), τα πορίσματα της οποίας μπορούν να αποτελέσουν το αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο έγερσης διεθνούς ποινικής διαδικασίας κατά του παραβάτη.
  3. Παρά τις ρητές διατάξεις του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου, το σχέδιο προνοεί ουσιαστικά την πολιτογράφηση των εποίκων και την αναγνώρισή τους ως Κύπριων πολιτών.
  4. Δεν είναι κατανοητό πως είναι δυνατό να στηρίζεται το μέλλον ενός τόπου και ενός λαού σε τόσες πολλές παρανομίες, οι οποίες επιβάλλονται με τις ευλογίες του διεθνούς οργανισμού που πρώτιστα έχει το καθήκον για διατήρηση της διεθνούς νομιμότητας. Δεν είναι επίσης προβλεπτό πόσο είναι δυνατό να αντέξει μια τέτοια λύση, όταν θεμελιώνεται σε τόσο σαθρά θεμέλια.
  5. Σε κάθε περίπτωση, μετά από εξαντλητική ανάλυση των προνοιών του σχεδίου, σε αντιπαραβολή ακόμα και με τις ακραίες θεωρίες περί ομοσπονδίας, έχω διαμορφώσει την οριστική άποψη ότι η πολιτειακή δομή του κράτους που θα προκύψει από την εφαρμογή του σχεδίου δεν θα συνιστά Ομοσπονδία, ενώ σε μερικά σημεία υπερβαίνει ακόμα και τα όρια της συνομοσπονδίας.
  6. Καταλήγοντας θέλω να επαναλάβω για πολλοστή φορά ένα προσφιλές μου Ινδιάνικο ρητό, το οποίο θα ήταν καλό να έχουν στο μυαλό τους οι ηγέτες μας: «Τη γη δεν την έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας, την έχουμε δανειστεί από τα παιδιά μας».

15 Νοεμβρίου 2002

(Αναθ.14 Μαρτίου 2013)

 

Στέλιος Θεοδούλου,

Νομικός,

Πρόεδρος Παγκύπριου Συνδέσμου

Για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *